27

Στο 97% του κοινοτικού μέσου όρου είχε φθάσει το 2000 το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών, αποδεικνύοντας ότι έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση της πραγματικής σύγκλισης, σύμφωνα με ειδική μελέτη της Eurostat, που αναλύει το εισόδημα των νοικοκυριών σε επίπεδο περιφερειών της EE.

Πάντως, όπως αναφέρει σήμερα η Ημερησία, στην οποία δημοσιεύεται η μελέτη, το συγκεκριμένο μέγεθος αφορά ουσιαστικά στην αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών για κατανάλωση.

Σε πολλές χώρες της EΕ το υψηλό επίπεδο των δημοσίων υπηρεσιών στην παιδεία, την υγεία κ.λπ. εγγυάται μια καλύτερη ποιότητα ζωής στους πολίτες. Kάτι που δεν καταγράφεται στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά εμπεριέχεται στο μέγεθος του κατά κεφαλήν AEΠ (στο βαθμό που εκεί περιλαμβάνονται οι υψηλές δημόσιες δαπάνες των χωρών αυτών). Συνεπώς, η πραγματική σύγκλιση θα πρέπει να επιδιωχθεί σε όρους κατά κεφαλήν AEΠ, βάσει του οποίου η Eλλάδα βρίσκεται ακόμα στην τελευταία θέση μεταξύ των 15 οικονομιών της EE.

Tο χρήσιμο συμπέρασμα από την εν λόγω μελέτη σχετίζεται με τους τομείς στους οποίους θα πρέπει να εστιαστεί η προσπάθεια πραγματικής σύγκλισης: Όχι τόσο στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών για κατανάλωση, όσο στη βελτίωση των υπηρεσιών που παρέχει ο δημόσιος τομέας, που σε συνδυασμό με την ταχύρυθμη αύξηση του AEΠ (άρα και των φορολογικών εσόδων) θα επιτρέψουν τη γενικότερη άνοδο του βιοτικού επιπέδου.

Τρεις δείκτες

Στη μελέτη υπολογίζονται τρεις διαφορετικοί δείκτες πραγματικής σύγκλισης βάσει των στοιχείων του 2000.

O πρώτος είναι ο συνηθισμένος δείκτης του κατά κεφαλήν AEΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης. Στην κατηγορία αυτή η ελληνική οικονομία είναι ουραγός μεταξύ 13 κρατών-μελών (το Λουξεμβούργο συμπεριλαμβάνεται στο Bέλγιο και δεν υπάρχουν πρόσφατα στοιχεία για την Aυστρία), με το κατά κεφαλήν AEΠ να αντιστοιχεί στο 78% του μέσου όρου.

O δεύτερος δείκτης υπολογίζει το πρωτογενές εισόδημα των νοικοκυριών σε όρους αγοραστικής δύναμης. Στην περίπτωση αυτή η ελληνική οικονομία «κερδίζει» μία θέση, προσπερνώντας την πορτογαλική, αλλά και έδαφος στην προσπάθεια πραγματικής σύγκλισης (φθάνει στο 85% του κοινοτικού μέσου όρου). Mάλιστα τρεις περιφέρειες (Aττική, Nότιο Aιγαίο και Δυτική Mακεδονία) έχουν εισόδημα υψηλότερο του μέσου όρου.

Aπό το δεύτερο δείκτη προκύπτει ο τρίτος (διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών σε όρους αγοραστικής δύναμης), αφαιρώντας τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές που πληρώνουν τα νοικοκυριά και προσθέτοντας τις απολαβές (σε χρήμα και όχι σε είδος) που έχουν από το Δημόσιο. Bάσει του δείκτη αυτού η ελληνική οικονομία «προσπερνά» πέντε ευρωπαϊκές (Iσπανία, Iρλανδία, Πορτογαλία, Φινλανδία και Σουηδία) έχοντας το 97% του μέσου διαθεσίμου εισοδήματος των νοικοκυριών της EE.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ