28

Μειωμένες κατά 37,7% εμφανίζονται στο σύνολο της εγχώριας μεταποίησης οι επενδύσεις το 2002 (ή 42,6% χωρίς τον κλάδο επεξεργασίας πετρελαίου), σύμφωνα με τα αποτελέσματα κοινής έρευνας που πραγματοποίησαν ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών και η εταιρεία ICAP με θέμα Η Ελληνική Βιομηχανία: Εκτιμήσεις για το 2002 και προσδοκίες για το 2003.

Ενδεχομένως, όπως τονίστηκε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, η συρρίκνωση των επενδύσεων να αντανακλά την αυξημένη αβεβαιότητα που πηγάζει από τη γεωπολιτική αστάθεια αλλά και από απαισιόδοξες προβλέψεις για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας. Επίσης, η κακή πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου έχει εκμηδενίσει την δυνατότητα χρηματοδότητσης επενδύσεων μέσω της κεφαλαιαγοράς.

Το 2002 υπήρξε χρόνος χαμηλών επιδόσεων για την ελληνική βιομηχανία, όπως άλλωστε συνέβη στις περισσότερες βιομηχανικές χώρες. Εκτιμάται ότι συνεχίστηκε η επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου των πωλήσεων, ενώ υπήρξε στασιμότητα ή και μικρή μείωση της απασχόλησης και σημαντική κάμψη της επενδυτικής δραστηριότητας.

Αν και ως σημαντικότερο γεγονός του 2002 θεωρήθηκε η εισαγωγή του ευρώ στις συναλλαγές, οι ίδιες οι εγχώριες βιομηχανίες θεώρησαν ότι οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και η επιβράδυνση των οικονομιών της ζώνης του ευρώ τις επηρέασαν περισσότερο. Τα δύο τρίτα θεωρούν ότι επηρεάστηκαν αρνητικά από τη δυσμενή αυτή συγκυρία, κυρίως λόγω περιορισμού της εσωτερικής ζήτησης (33,8% των βιομηχανιών), των εξαγωγών (17,2%) και αναβολής επενδύσεων (9,5%).

Οι αρνητικές επιπτώσεις από την επιβράδυνση έγιναν περισσότερο αισθητές το 2002 από ό,τι το προηγούμενο έτος. Στην αντίστοιχη περυσινή έρευνα το ποσοστό των βιομηχανιών που είχαν δηλώσει ότι είχαν επηρεαστεί αρνητικά από την παγκόσμια επιβράδυνση το 2001, ήταν 51,7%.

Τα κέρδη προ φόρων αυξήθηκαν κατά 7,6% στο σύνολο της μεταποίησης (ή 4,8% χωρίς τον κλάδο επεξεργασίας πετρελαίου), οι πωλήσεις κατά 4,4% (ή 6,1% χωρίς τον κλάδο επεξεργασίας πετρελαίου), τα μικτά κέρδη κατά 9,5% (ή 8,8% χωρίς τον κλάδο επεξεργασίας πετρελαίου), οι εξαγωγές κατά 2,7% (ή 6,8% χωρίς τα πετρέλαια), ενώ η απασχόληση μειώθηκε κατά 1,2% και το εργατικό κόστος αυξήθηκε κατά 6,5%.

Η δειγματοληπτική έρευνα πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα Μαρτίου-Απριλίου 2003 σε δείγμα 302 βιομηχανικών επιχειρήσεων. Το ποσοστό ανταπόκρισης στην έρευνα ήταν 84,1%, απάντησαν δηλαδή 254 εταιρίες.

Εκτιμήσεις για το 2003

Οι προσδοκίες και οι στόχοι των βιομηχανιών για το 2003 χαρακτηρίζονται από αισιοδοξία. Ωστόσο, σε σύγκριση με τις προσδοκίες που είχαν καταγραφεί κατά την περυσινή έρευνα για το 2002, επικρατεί λιγότερη αισιοδοξία για μια σειρά κρίσιμων μεταβλητών.

Ειδικότερα, οι στόχοι για τις πωλήσεις, τις εξαγωγές και τα μικτά κέρδη είναι λιγότερο φιλόδοξοι από τους αντίστοιχους περυσινούς.
Μεγαλύτερη αισιοδοξία επικρατεί όσον αφορά τα προ φόρων κέρδη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι μεγάλες ζημιογόνες εταιρίες αναμένουν ότι θα περιορίσουν το αρνητικό τους αποτέλεσμα το 2003. Τέλος, σχεδιάζεται αύξηση της απασχόλησης, η οποία όμως τελεί υπό την μάλλον μη ρεαλιστική υπόθεση για χαμηλή άνοδο του εργατικού κόστους.

Η σχετική πλειονότητα των ελληνικών βιομηχανιών θεωρεί ότι η διεύρυνση της ΕΕ θα είναι επωφελής για αυτές. Επίσης θεωρούν ότι η εφαρμογή των νέων προτύπων εταιρικής διακυβέρνησης θα είναι προς όφελος όλων των εμπλεκομένων μερών. Τέλος, όσο αφορά την προετοιμασία για την εισαγωγή των διεθνών λογιστικών προτύπων, το 20% των βιομηχανιών δήλωσαν ότι έχει ήδη προετοιμαστεί, η δε πλειονότητα ετοιμάζεται. Ωστόσο μία στις πέντε επιχειρήσεις δεν έδωσε πληροφορίες.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ