27

Καταγγελίες περί αδιαφάνειας και διαπλοκής προκάλεσε η ανάθεση του συμβολαίου για την επισκευή του δικτύου ηλεκτροδότησης και ύδρευσης του Ιράκ στην αμερικανική κατασκευαστική Bechtel, μία από τις πιο ενεργές δωρήτριες πολιτικών κομμάτων στις ΗΠΑ.

Το αρχικό ύψος του συμβολαίου ανέρχεται σε 34,6 εκατ. δολάρια, αναμένεται εντούτοις, να ανέλθει σε 608 εκατ. δολάρια, καθώς προβλέπεται ότι θα συμπεριλάβει στους επόμενους 18 μήνες επισκευή αεροδρομίων, λιμένων, εργασίες σε σχολεία, νοσοκομεία και άλλα κυβερνητικά κτίρια, εάν το αμερικανικό Κογκρέσο εγκρίνει τα σχετικά ποσά.

Ορισμένοι αναλυτές μάλιστα εκτιμούν ότι η συμφωνία ενδέχεται να είναι πιο προσοδοφόρα από ό,τι η ανακοινωθείσα αξία της, καθ ότι μπορεί να δώσει στην Bechtel οδό πρόσβασης σε επιπρόσθετα συμβόλαια αξίας δισ. δολαρίων, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης του πετρελαϊκού τομέα στο Ιράκ.

Κριτική άσκησαν πολλά μέλη του Δημοκρατικού Κόμματος για την ταχεία διαδικασία υποβολής προσφορών που ακολουθήθηκε και η οποία επέτρεψε σε λίγες μόνον εταιρείες με διεθνή εμπειρία να συμμετάσχουν. Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρον Ουάιντεν δήλωσε ότι το συμβόλαιο έδειξε πως «ένα ανησυχητικό πρότυπο αρχίζει να αναδύεται, καθώς μερικά από τα πιο ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα στη χώρα συνεχίζουν να αποσπούν αυτά τα υπέρογκα συμβόλαια χωρίς ανοικτές, διαδανείς διαδικασίες».

Αλλες εταιρείες που κλήθηκαν να συμμετάσχουν ήταν οι Parson, Fluor, Louis Berger και Washington Group. Κλήθηκε επίσης να συμμετάσχει και θυγατρική της Halliburton -εταιρείας της οποίας επικεφαλής στο παρελθόν υπήρξε ο σημερινός αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Ντικ Τσένι- αλλά αποφάσισε τελικώς να επιδιώξει συμβόλαιο υπεργολαβίας.

Η Bechtel ξεκίνησε πριν από 105 χρόνια ως οικογενειακή επιχείρηση για να εξελιχθεί σε διεθνούς εμβέλειας κατασκευαστική εταιρeία. Απασχολεί 47.000 εργαζομένους σε 900 εγχειρήματα σε 60 χώρες, ενώ μέλη του ΔΣ είναι ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ -και γνωστό «γεράκι»- Τζορτζ Σουλτς και ο πρώην υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ Κάσπαρ Ουαϊνμπέργκερ. Πρόσφατα, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Ο.Μπους όρισε τον Ρος Κόνελι -πρώην στέλεχος του ομίλου- στη θέση του αντιπροέδρου και γενικού διευθυντή της Overseas Private Investment, της υπηρεσίας που υποστηρίζει τις αμερικανικές επενδύσεις στο εξωτερικό.

Ο όμιλος Bechtel και οι υπάλληλοι του έχουν υπάρξει μεταξύ των πλέον ενεργών δωρητών των πολιτικών κομμάτων στις ΗΠΑ, σύμφωνα με ανάλυση του Κέντρου για την Υπευθυνότητα στην Πολιτική (Center for Responsive Politics), ανεξάρτητου κέντρου έρευνας με έδρα την Ουάσινγκτον που παρακολουθεί τις χρηματοδοτήσεις των προεκλογικών εκστρατειών. Η έρευνα αποκάλυψε ότι η κατασκευαστική εταιρεία και οι εργαζόμενοι σε αυτήν συνεισέφεραν τουλάχιστον 277.050 δολάρια σε υποψήφιους και επιτροπές των κομμάτων κατά την τελευταία προεκλογική περίοδο (57% σε Δημοκρατικούς και 43% σε Ρεπουμπλικάνους).

Τον περασμένο Ιανουάριο, δημοσίευμα στην αμερικανική εφημερίδα San Fransisco Chronicle υποστήριξε ότι η Bechtel και τουλάχιστον άλλη μία αμερικανική εταιρεία πώλησαν στη Βαγδάτη τεχνολογία που συνέβαλε στην ενίσχυση των ιρακινών Ένοπλων Δυνάμεων. Το δημοσίευμα επικαλέστηκε πληροφορίες που είχε Γερμανός δημοσιογράφος με πρόσβαση σε ντοκουμέντο για τα ιρακινά οπλικά συστήματα το οποίο δόθηκε στον ΟΗΕ. Η εταιρεία πάντως διέψευσε το δημοσίευμα, χαρακτηρίζοντάς το «απολύτως ψευδές».

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ/Reuters/Γαλλικό