28

Συνέντευξη Tύπου μετά τη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών και των διοικητών κεντρικών τραπεζών της ομάδας G7, έδωσαν ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Ν.Χριστοδουλάκης, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Β.Ντουίζεμπεργκ και ο επίτροπος για Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις, Π.Σόλμπες.

Ο κ. Χριστοδουλάκης, ως πρόεδρος του Eurogroup και του ECOFIN, σημείωσε ότι η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας υπονομεύεται από την αβεβαιότητα που επηρεάζει αρνητικά την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επιχειρήσεων και αυξάνει τις υπάρχουσες ανισορροπίες εντός των οικονομιών της ομάδας G7.

O πόλεμος στο Ιράκ, όμως, φαίνεται ότι θα τελειώσει σύντομα, αφαιρώντας μία από τις σημαντικότερες εστίες αβεβαιότητας στην παγκόσμια οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μακροοικονομικές πολιτικές θα πρέπει να συμφιλιώσουν τους βραχυπρόθεσμους στόχους στήριξης της οικονομικής ανάπτυξης με την μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση των προκλήσεων και ανισορροπιών.

Η οικονομική ανάπτυξη στην ευρωζώνη τελικά απεδείχθη ασθενέστερη από ό,τι προβλεπόταν και παρότι η οικονομία θα αρχίσει να ανακάμπτει κατά το δεύτερο ήμισυ του χρόνου, οι ρυθμοί ανάπτυξης αναμένεται να επιταχυνθούν το 2004, τόνισε ο κ. Χριστοδουλάκης.

Παράλληλα, σημείωσε ότι η εαρινή σύνοδος κορυφής της ΕΕ (20-21 Μαρτίου) επιβεβαίωσε τη σημασία των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και το γεγονός ότι η στρατηγική μακροοικονομικής πολιτικής της ΕΕ παραμένει σωστή.

Στην κορυφή των προτεραιοτήτων περιλαμβάνονται οι μεταρρυθμίσεις για περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας, η ενίσχυση του επιχειρηματικού πνεύματος, οι καινοτομίες και η ενίσχυση της ενιαίας αγοράς, όπως και η διαπίστωση ότι δεν χρειάζεται να αλλάξει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης ή να υιοθετηθούν νέοι δημοσιονομικοί στόχοι και κανόνες.

Όσον αφορά τις ΗΠΑ, τόνισε ότι είναι σημαντικό τα δημόσια οικονομικά της χώρας να ακολουθήσουν μια συνετή μεσοπρόθεσμη πορεία που θα ωφελήσει και την αμερικανική οικονομία και τον υπόλοιπο κόσμο.

Στην Ιαπωνία, επίσης, η παρούσα οικονομική κατάσταση προκαλεί ανησυχίες, με την ανάγκη να περιορισθεί το δημόσιο χρέος και να τεθούν τα δημόσια οικονομικά σε μία υγιέστερη βάση.

Ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών υπογράμμισε ότι στην παρούσα φάση της οικονομικής επιβράδυνσης και υψηλής αβεβαιότητας, οι πολιτικές της G7 θα πρέπει να στοχεύουν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των επενδυτών, με την ενίσχυση της συνεργασίας ώστε να βελτιωθούν οι προοπτικές ανάπτυξης για όλους τους πολίτες.

Η παγκόσμια οικονομία χρειάζεται συνεργασία της Ευρώπης και των ΗΠΑ, τόνισε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε ότι απαιτούνται να γίνουν περισσότερα ώστε να απελευθερωθούν οι δυνατότητες των ευρωπαϊκών οικονομιών και να αναβιώσει η ανάπτυξη για το καλό της απασχόλησης και της ευημερίας.

Σε ερώτηση για τα κριτήρια του Συμφώνου Σταθερότητας, ο κ. Χριστοδουλάκης τάχθηκε υπέρ της τήρησης των κανόνων του Συμφώνου με το επιχείρημα ότι οι αυτόματοι σταθεροποιητές παρέχουν επαρκή περιθώρια ευελιξίας.

Από την πλευρά του ο κ. Ντουίζενμπεργκ προέβλεψε ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα υποχωρήσει κάτω από το 2% στο δεύτερο ήμισυ του 2003, και τόνισε ότι στη σύνοδο της G7 συμφωνήθηκε πως χρειάζεται νέο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την ανασυγκρότηση του Ιράκ.

Ο κ. Χριστοδουλάκης μίλησε επίσης στο CNNfn και στο καναδικό Report on Business Television με την ευκαιρία της παρουσίας του στην Ουάσιγκτον. Εκεί τόνισε ότι θα αποτελέσει μεγάλο σφάλμα να αποκλειστεί η Ευρώπη από την ανοικοδόμηση του Ιράκ, γιατί έχει μεγάλη εμπειρία, όχι μόνο στην οικονομική, αλλά και στην πολιτική, δημοκρατική και κοινωνική ανοικοδόμηση.

Σε ερώτηση για τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράκ επί του ελληνικού τουρισμού, ο κ. Χριστοδουλάκης απάντησε ότι τους πρώτους μήνες του 2003 παρατηρήθηκε μια πτώση αφίξεων τουριστών στην Ελλάδα κατά 30%, αλλά με την προϋπόθεση ότι θα επιστρέψουμε στην φυσιολογική κατάσταση, ως το τέλος του χρόνου μπορεί να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ