27

Η μέχρι σήμερα διαφημιστική προβολή του ελληνικού τουριστικού προϊόντος δεν φαίνεται να είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, σύμφωνα με τη σχετική μελέτη του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) που παρουσιάσθηκε την Τετάρτη.

Οι ελληνικές διαφημιστικές δαπάνες, ύψους 26,8 εκατ. δολ. (ή το 18,7% του συνολικού προϋπολογισμού του ΕΟΤ) κατά μέσο όρο στη δεκαετία του 90, δεν υστερούσαν αισθητά έναντι των κυριότερων ανταγωνίστριων χωρών, αφού την ίδια περίοδο η Ισπανία δαπανούσε 75,8 εκατ. δολ., η Πορτογαλία 30,8 εκατ. δολ., η Τουρκία 22,8 εκατ. δολ. και η Ιταλία 13,2 εκατ. δολάρια.

Παρ όλα αυτά, σύμφωνα με το ΙΤΕΠ, η ελληνική διαφήμιση υπήρξε συγκριτικά ακριβότερη (δαπάνες ανά άφιξη), ενώ η Ελλάδα υστέρησε γενικά στις εισπράξεις τουριστικού συναλλάγματος ανά δολάριο διαφημιστικής δαπάνης. Η κατάσταση βελτιώθηκε στο τέλος της δεκαετίας (1998-2000), αφού οι δαπάνες ανά άφιξη μειώθηκαν στα 1,7 δολ. αλλά μόνο μέσα από την δραστική μείωση των ελληνικών διαφημιστικών δαπανών.

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΤΕΠ, η διαφημιστική δαπάνη επιδρά μεν θετικά στις αφίξεις τουριστών στη χώρα αλλά σε βάθος χρόνου (μετά τη διετία και μέχρι την παρέλευση επταετίας) και όχι άμεσα. Το ΙΤΕΠ εκτιμά ότι η διαφημιστική δαπάνη για το ελληνικό προϊόν πρέπει να κινείται ετησίως κατά μέσο όρο στα 35 εκατ. δολ. για να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα.

Η μελέτη, μεταξύ άλλων, εισηγείται την υιοθέτηση μίας μακροχρόνιας στρατηγικής μάρκετινγκ με σταθερό διαφημιστικό μήνυμα στις ξένες αγορές, με παράλληλη κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης κατά 50% στην ίδια τη διαφήμιση και 50% σε ποικίλες άλλες ενέργειες. Προτείνεται ακόμη η συμμετοχή της εγχώριας Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη χρηματοδότηση της διαφημιστικής δαπάνης με τη διάθεση ποσοστού (για παράδειγμα 10%) επί των εσόδων της από την τουριστική δραστηριότητα στην περιοχή αρμοδιότητας της.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ