27

Το μέγεθος της παραοικονομίας στην Ελλάδα είναι το υψηλότερο μεταξύ 21 χωρών του ΟΟΣΑ. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από μελέτη του πανεπιστημίου του Λιντς της Αυστρίας, που διανεμήθηκε την Πέμπτη στις Βρυξέλλες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.


Ειδικότερα, το 2000, το μέγεθος της παραοικονομίας στην Ελλάδα έφτασε στο 28,7% του ΑΕΠ. Ακολουθούν η Ιταλία με 27,1%, η Πορτογαλία και η Ισπανία με 22,7% και το Βέλγιο με 22,2%.


Σχετικά χαμηλά ποσοστά παραοικονομίας εμφανίζουν η Ιαπωνία με 11,2% και η Αυστρία με 9,8%, ενώ ακολουθούν οι ΗΠΑ με 8,7% και η Ελβετία με 8,6%.


Ο μέσος όρος για τις 21 χώρες του ΟΟΣΑ ανέρχεται σε 16,7% για την περίοδο 1999-2000.


Προκύπτει, ακόμη, ότι στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας η παραοικονομία στις χώρες του ΟΟΣΑ παρουσίασε έντονες αυξητικές τάσεις με εξαίρεση τα δύο τελευταία χρόνια: 1989/1990: 13,2%, 1990/1993: 14,3%, 1994/1995:15,7%, 1997/1998:16,8% και 1999/2000:16,7%.


Η διαπίστωση αυτή αφορά και την παραοικονομία στην Ελλάδα η οποία από 22,6% την περίοδο 1989/1990, έφτασε στο 24,9% την περίοδο 1990/1993. Την περίοδο 1994/1995 η παραοικονομία έφτασε στο 28,6% και τις περιόδους 1997/1998 και 1999/2000 στο 29% και 28,7% αντίστοιχα.


Όπως αναφέρεται στη μελέτη, οι αυξήσεις των φορολογικών επιβαρύνσεων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης σε συνάρτηση με τον αυξανόμενο κρατικό παρεμβατισμό είναι οι κύριοι παράγοντες της αύξησης της παραοικονομίας στις χώρες του ΟΟΣΑ.


Σε γραπτή δήλωσή της μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης για την παραοικονομία και τη μη δηλωμένη εργασία, η αρμόδια για την Απασχόληση επίτροπος Αννα Διαμαντοπούλου τόνισε ότι «τα κράτη – μέλη θα πρέπει να καταβάλουν περισσότερες προσπάθειες για την αποτίμηση της εργασίας που δεν δηλώνεται, για τη μείωσή της και για τη μετατροπή της σε πραγματική νόμιμη εργασία».


«Ο στόχος αυτός», προσέθεσε η κ. Διαμαντοπούλου, «είναι καθοριστικός αν λάβουμε υπόψη την άμεση σύνδεση που υπάρχει μεταξύ της καταπολέμησης της μη δηλωμένης εργασίας και της επίτευξης του στόχου της Λισαβόνας για πλήρη απασχόληση μέχρι το 2010 μέσα σε ένα θετικό οικονομικό περιβάλλον».


«Αλλά αυτό που προέχει», κατέληξε, «είναι να καταβάλλουμε προσπάθειες ώστε να εκτιμήσουμε το μέγεθος της μη δηλωμένης εργασίας: Aν καταφέρουμε να εκτιμήσουμε το μέγεθός της, τότε θα καταφέρουμε και να την ελέγξουμε».


Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ