27

Η δραματική επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας το τελευταίο έτος και η αναμενόμενη ύφεση της αμερικανικής οικονομίας μετά τη τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου κάνουν αισθητή την παρουσία ενός «φαντάσματος» πάνω από τα οικονομικά επιτελεία του κόσμου. Ποιο είναι αυτό; Ο κεϊνσιανισμός!

Τους τελευταίους μήνες, εξαιτίας της αργής καταβύθισης της παγκόσμιας οικονομίας προς την ύφεση, είχαν αρχίσει να διαφαίνονται οι πρώτες ρωγμές στη νικηφόρα μονεταριστική συναίνεση των δεκαετιών του 80 και του 90 που έχει επιβάλει ότι οι κύριοι στόχοι της οικονομικής πολιτικής πρέπει να είναι ο χαμηλός πληθωρισμός και τα πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού (ή έστω τα μικρά ελλείμματα).


Ουσιαστικά όλες οι ανεπτυγμένες και οι περισσότερες χώρες του κόσμου ακολουθούσαν αυτή τη «συνταγή» εδώ και μερικά χρόνια.


Τώρα, ήρθε το τρομοκρατικό κτύπημα στις ΗΠΑ για να ενδυναμώσει την γνωστή «συνταγή» από τα παλιά του λόρδου Κέινς:


Όταν υπάρχει κρίση και έλλειψη εμπιστοσύνης των επενδυτών, των καταναλωτών και γενικότερα των αγορών, είναι απαραίτητη η συμβολή του κράτους για να τονωθεί η ζήτηση μέσα από τις επενδύσεις του, άρα μέσα από τα ελλείμματα του προϋπολογισμού (πόσο «αιρετική» άποψη φαντάζει σήμερα αυτό που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επί δεκαετίες ήταν η κυρίαρχη θεωρία και πρακτική…).


Μια νέα «συναίνεση της Ουάσινγκτον» -με αξιοσημείωτη δικομματική συναίνεση Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών- τείνει να διαμορφωθεί και η οποία ζητά κρατική στήριξη της οικονομίας μέσω της μείωσης των επιτοκίων, των φορολογικών περικοπών και της αύξησης των κρατικών δαπανών.


Όπως επισήμανε σε πρόσφατο άρθρο του στους New York Times o οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν (κάθε άλλο παρά δεδηλωμένος κεϊνσιανός), πριν την επίθεση στο Μανχάταν και το Πεντάγωνο, υπήρχε έντονη διαμάχη στις ΗΠΑ σχετικά με το κατά πόσον έπρεπε να υιοθετηθεί μια κλασσικού τύπου κεϊνσιανή απάντηση στην επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας, μέσα από μια προσωρινή ενίσχυση των δημοσίων δαπανών.


«Τώρα όμως», παρατηρεί ο Κρούγκμαν, «φαίνεται πως πραγματικά θα έχουμε μια ταχεία έκρηξη των δημοσίων δαπανών, όσο τραγικοί κι αν είναι οι λόγοι» (αποκατάσταση των ζημιών της 11ης Σεπτεμβρίου και αυξημένες δαπάνες για πόλεμο και ασφάλεια).


Λίγες μέρες πριν την τρομοκρατική επίθεση, άρθρο του Guardian με τίτλο «Επιστροφή στον Κέινς;», τόνιζε ότι ακόμα και η ΕΕ θα δυσκολευτεί να διατηρήσει ανέπαφο το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης που βάζει αυστηρή οροφή στα δημόσια ελλείμματα.


Κι επειδή «από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια», σίγουρα εξέφραζε πολλούς ακόμα εταίρους ο πρωθυπουργός του «μικρού» Λουξεμβούργου Ζαν – Κλοντ Γιουνκέρ που παρατήρησε ότι θα ήταν καταστροφικό να εγκαταλειφθεί το γερμανικής έμπνευσης Σύμφωνο, όμως θα ήταν εξίσου καταστροφικό «να επιμείνουμε στους προκαθορισμένους στόχους για τα ελλείμματα, πεισματικά και ψυχαναγκαστικά, χωρίς να παίρνουμε υπόψη το όλο περιβάλλον».


Βέβαια, το συμβούλιο των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών της ΕΕ (ECOFIN) προ ημερών απέφυγε να ανεβάσει επίσημα την «οροφή» για τα επιτρεπτά δημόσια ελλείμματα των «15», όμως είναι αμφίβολο αν στην πράξη καταστεί εφικτή η δημοσιονομική πειθαρχία που επιβάλλει στα κράτη – μέλη το Σύμφωνο Σταθερότητας, εφόσον η κρίση (οικονομική και στρατιωτική) επιδεινωθεί στο άμεσο μέλλον.


Το κεϊνσιανό τζίνι ανακαλείται από το μπουκάλι! Λίγο καιρό νωρίτερα οι Financial Times σε άρθρο τους με τον πετυχημένο τίτλο «Το κεϊνσιανό τζίνι ανακαλείται από το μπουκάλι», διαπίστωναν ότι ξανακερδίζει έδαφος η ιδέα πως η δημοσιονομική πολιτική παίζει καθοριστικό ρόλο σταθεροποίησης στην οικονομία, ειδικά σε περιόδους κρίσεων ή κυκλικών πτώσεων.


Εδώ και 30 χρόνια η κεϊνσιανή συναίνεση ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να παρεμβαίνουν μακρο – οικονομικά για να διαμορφώνουν τη ζήτηση, αλλά και μικρο – οικονομικά για να κατευθύνουν τους παραγωγικούς συντελεστές σε επιθυμητές δραστηριότητες, βρίσκεται σε υποχώρηση μπροστά στη θεοποίηση των παγκοσμιοποιημένων ελεύθερων αγορών, των «οικονομικών της προσφοράς» και του μονεταρισμού, όλου δηλαδή αυτού του μείγματος που ονομάστηκε νεοφιλελευθερισμός ή «συναίνεση της Ουάσινγκτον».


Τώρα οι τρομοκράτες ανασύρουν και πάλι τους κεϊνσιανούς από την ιστορική ναφθαλίνη στο φως της δημόσιας σκηνής. Το έδαφος ήδη είχε προετοιμαστεί από την πολύπλευρη κριτική κατά της παγκοσμιοποίησης, μια κριτική που σε μεγάλο βαθμό στηριζόταν και στην κεϊνσιανή λογική:


Οι αγορές προϊόντων και υπηρεσιών συχνά αποτυγχάνουν να δημιουργήσουν απασχόληση, εισοδήματα και ζήτηση, οι αγορές κεφαλαίου και χρήματος είναι ασταθείς και συχνά οδηγούν σε κρίσεις, οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορεί να έχουν τον πρώτο λόγο στην οικονομία αλλά ούτε το όπλο των επιτοκίων τους (και γενικότερα της νομισματικής πολιτικής) έχει την υποτιθέμενη μαγική δύναμη που του αποδίδουν οι νεοφιλελεύθεροι, η εμμονή των τελευταίων στη μείωση της φορολογίας είναι αυτοκαταστροφική για το κράτος και το επίπεδο των υποδομών και υπηρεσιών του κ.λπ.


Οι επιτυχίες του κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, το ξεφούσκωμα της «Νέας Οικονομίας» και των χρηματιστηρίων και, πιο πρόσφατα, οι τρομοκρατικές ενέργειες σε κλίμακα πολέμου αναζωογόνησαν τα κεϊνσιανά αντανακλαστικά, ακόμα και στα πλέον «ορθόδοξα» οικονομικά επιτελεία.


Ήδη ανακοινώθηκαν ή σχεδιάζονται στις ΗΠΑ (και η ΕΕ μπορεί να ακολουθήσει) δαπανηρά «πακέτα» σωτηρίας -με δημόσιο χρήμα- κλάδων που επλήγησαν από την τρομοκρατική επίθεση, όπως οι αεροπορικές εταιρίες (15 δισ. δολ. στις ΗΠΑ), οι ασφαλιστικές, ο τουρισμός κ.λπ.


Οι Financial Times κάνουν λόγο για «πιθανή επιστροφή σε μια εποχή κρατικής παρέμβασης στην οικονομία» καθώς και για την επανεμφάνιση της «μεγάλης κυβέρνησης».


Βέβαια, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν μιλάμε για κλασικού τύπου κεϊνσιανισμό, αλλά για ένα νεο – κεϊνσιανισμό «μαγειρεμένο» με πολλά από τα σημερινά κυρίαρχα συστατικά.


Τα οικονομικά επιτελεία (κυρίως στις ΗΠΑ που έχουν το μεγαλύτερο πρόβλημα) τονίζουν ότι η αύξηση των δημοσίων ελλειμμάτων θα είναι προσωρινή, ενώ είναι καθαρός ο φόβος τους να μην επαναληφθεί ό,τι έγινε στο παρελθόν, όταν ο πληθωρισμός και το χρέος εκτινάχθηκαν στα ύψη λόγω των υπερβολικών κρατικών δαπανών.


Δεν αποκλείεται όμως, λένε οι Financial Times, όπως συνέβη και σε προηγούμενους πολέμους, η στροφή στο κράτος να μην αποδειχθεί παροδική, αλλά να αποτελέσει μια μονιμότερη θετική επαναξιολόγηση του ρόλου της κυβέρνησης που είχε υποτιμηθεί μετά από δεκαετίες έμφασης στον ιδιωτικό τομέα (ο πόλεμος του Βιετνάμ π.χ. πυροδότησε το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα για μια «Μεγάλη Κοινωνία» του προέδρου Τζόνσον).


Από την άλλη, τώρα που οι ΗΠΑ κυνηγούν τα χρήματα του Οσάμα μπιν Λάντεν από τράπεζα σε τράπεζα ανά τον κόσμο, σίγουρα θα επαναξιολογήσουν τη δική τους μυωπική πολιτική με την οποία μέχρι πρόσφατα είχαν εκνευρίσει τη διεθνή κοινότητα, αρνούμενοι πεισματικά, στο όνομα της ελευθερίας των αγορών και των συμφερόντων τους, να συμφωνήσουν σε ένα αυστηρότερο διεθνές καθεστώς ενάντια στο ξέπλυμα χρήματος που προωθούσε ο ΟΟΣΑ. Θα πρέπει, λοιπόν, να αναμένεται κι εδώ μια αλλαγή στη νεοφιλελεύθερη ρητορική και περισσότεροι κρατικοί έλεγχοι στις κινήσεις κεφαλαίων.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ