Έπειτα από 30 χρόνια απουσίας, ο συγγραφέας Φερνάντο Βαγιέχο επιστρέφει στο Μεντεγίν της Κολομβίας, την πόλη στην οποία γεννήθηκε. Μια πόλη που έχει εξελιχθεί σε πρωτεύουσα του εγκλήματος.

Πρωτότυπος τίτλος: La Virgen De Los Sicarios

Γενικά στοιχεία: Κολομβία, Γαλλία, Ισπανία, 2000, 98 λεπτά, Dolby Digital, 1,85:1

Πρώτη προβολή: 5/10/2001

Σκηνοθεσία: Barbet Schroeder

Σενάριο: Fernando Vallejo, βασισμένο στο βιβλίο του ίδιου

Παραγωγή: Barbet Schroeder, Margaret Menegoz, Jaime Osorio Gomez

Μουσική: Jorge Arriagada

Μοντάζ: Elsa Vasquez

Φωτογραφία: Rodrigo Lalinde

Παίζουν: German Jaramillo, Anderson Ballesteros, Juan David Restrepo, Manuel Busquets

Διανομή: Rosebud



O Φερνάντο, ένας κοσμογυρισμένος Κολομβιανός συγγραφέας, επιστρέφει έπειτα από 30 ολόκληρα χρόνια στη γενέθλια πόλη του -ή στη συγκεκριμένη περίπτωση στον «τόπο του εγκλήματος». Γιατί στα χρόνια της απουσίας του, το Μεντεγίν έχει γίνει η πρωτεύουσα της κοκαΐνης, της κολομβιανής μαφίας και των πληρωμένων δολοφόνων. Είναι μια πόλη γεμάτη άστεγους αλλά και πάμπλουτους, που διαφεντεύεται από συμμορίες οπλοφόρων. Τίποτα δεν θυμίζει στον Φερνάντο την πόλη στην οποία μεγάλωσε. Γονείς, συγγενείς και γνωστοί είναι, σχεδόν όλοι, πεθαμένοι. Η παλιά πόλη έχει καταστραφεί εξ ολοκλήρου, αφού πλέον στη θέση των σπιτιών έχει φτιαχτεί ένας εναέριος σιδηρόδρομος. Οι εκκλησίες εξακολουθούν να είναι γεμάτες ζωή, αλλά στους δρόμους κυριαρχούν τα πτώματα.

Ο Φερνάντο δεν κρύβει τις σεξουαλικές του προτιμήσεις. Όπως λέει ο ίδιος, του αρέσουν εξίσου τα αγόρια και τα κορίτσια, αρκεί τα τελευταία να έχουν όμορφα αρσενικά αδελφάκια. Επόμενο είναι να συνάψει σχέσεις με ένα νεαρό όμορφο αγόρι και να εγκατασταθεί μαζί του σε ένα σπίτι που έχει θέα σε ολόκληρο το Μεντεγίν. Κάθε βράδυ βλέπουν τα πυροτεχνήματα που ρίχνουν τα μέλη των καρτέλ της κοκαΐνης, όταν τα φορτία τους περνούν στις ΗΠΑ. Τις ημέρες, περιφέρονται στους δρόμους της πόλης και επισκέπτονται εκκλησίες και διάφορα άλλα παλιά στέκια του Φερνάντο. Ο τελευταίος, παρά τα πολλαπλά σοκ που υφίσταται, είναι κυνικός μέχρι… μυελού οστών. Η πραγματικότητα όμως τον ξεπερνά. Σύντομα ανακαλύπτει ότι ο ίδιος ο νεαρός εραστής του, ο οποίος όπως όλα τα παιδιά οπλοφορεί, δεν διστάζει να σκοτώσει για ψύλλου πήδημα. Παράλληλα, ο μικρός πρέπει να φυλάγεται, αφού μια συμμορία τον έχει επικηρύξει. Σιγά σιγά, η επιστροφή του Φερνάντο στην πόλη των παιδικών του χρόνων μετατρέπεται σε ένα πνευματικό ταξίδι, όπου το μόνο που διακρίνεται στο βάθος είναι ο θάνατος.



Η ταινία, όπως και το ίδιο το Μεντεγίν, είναι ένα σύνολο αντιθέσεων, ικανών να αφήσουν άφωνο και τον πλέον προετοιμασμένο για αυτό που θα παρακολουθήσει θεατή. Ο ήρωας βρίζει το Θεό και ταυτόχρονα επισκέπτεται τις εκκλησίες της πόλης. Οι ανήλικοι δολοφόνοι προσεύχονται και χρησιμοποιούν «ευλογημένες» σφαίρες για να σκοτώσουν τα θύματά τους. Δεκάχρονοι ναρκομανείς εκλιπαρούν για λίγο φαγητό, ενώ οι συνομήλικοί τους, μέλη των συμμοριών, ονειρεύονται να αποκτήσουν ένα «μίνι Ούζι», για να σκοτώνουν πιο εύκολα τους εχθρούς τους.

Πρόκειται για μια πεσιμιστική, σχεδόν ενοχλητική, αλλά και βαθιά ειλικρινή ταινία, στην οποία συνυπάρχουν η ποίηση με την αμεσότητα, ο κυνισμός με τη θρησκευτικότητα, η ανομία με τη θεία δίκη, ακόμη και ο σουρεαλισμός (με αναφορές στο έργο του Μπουνιουέλ) με τον πιο απόλυτο ρεαλισμό. Ο Μπάρμπετ Σρέντερ γύρισε την ταινία κυριολεκτικά μέσα στους δρόμους του Μεντεγίν, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις της αστυνομίας ότι αυτός και το συνεργείο του κινδυνεύουν να πέσουν θύματα απαγωγής από τις συμμορίες. Αυτή η αμεσότητα στο γύρισμα -που, για να την πετύχει o Σρέντερ, προτίμησε να χρησιμοποιήσει στη λήψη βίντεο υψηλής ανάλυσης (High Definition) αντί για κινηματογραφικό φιλμ- δίνει και το στίγμα ολόκληρης της ταινίας. Η «Μαντόνα των Δολοφόνων» είναι σίγουρα μία από τις καλύτερες ταινίες του Σρέντερ, πολύ ανώτερη φυσικά από το επιτυχημένο εμπορικά θρίλερ «Νέα Γυναίκα, Μόνη, Ψάχνει» και ίσως πιο ενδιαφέρουσα από το «Barfly», την υψηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλ κινηματογραφική ματιά στον κόσμο του Τσαρλς Μπουκόβσκι.



Το σενάριο έχει γραφτεί από τον Φερνάντο Βαγιέχο και είναι βασισμένο στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του ίδιου. Στην ταινία, πρωταγωνιστεί ο θεατρικός ηθοποιός Γκερμάν Χαραμίγιο, ο οποίος φτάνει σε μια εξαιρετική και απόλυτα κινηματογραφική ερμηνεία. Τους ρόλους των παιδιών ερμηνεύουν νεαροί, ερασιτέχνες ως επί το πλείστον, Κολομβιανοί.


Γιώργος Παναγιωτάκης