34

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε την Πέμπτη να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της Ελλάδας, επειδή δεν εφαρμόζει με τον ορθό τρόπο την 6η Κοινοτική Οδηγία για το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας.

H Koμισιόν θεωρεί ότι ο προβλεπόμενος από την ελληνική νομοθεσία διακανονισμός για την επιστροφή του ΦΠΑ αγαθών που καταστράφηκαν, χάθηκαν ή κλάπηκαν και για τα οποία ο αγοραστής αποζημιώθηκε (π.χ. από την ασφαλιστική του εταιρεία) δεν είναι συμβατός με την 6η Κοινοτική Οδηγία.

Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της Επιτροπής, οι προβλέψεις της 6ης οδηγίας ΦΠΑ (άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο Α) είναι σαφείς. Κατά το μέτρο που τα αγαθά ή οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση των φορολογούμενων πράξεών του, ο υποκείμενος στο φόρο δικαιούται να εκπίπτει από το φόρο, για τον οποίο είναι υπόχρεος, το ΦΠΑ για αγαθά που του παραδόθηκαν ή πρόκειται να του παραδοθούν από άλλον υποκείμενο στο φόρο.

Το άρθρο 20 (παράγραφος 1 στοιχείο Β) της ίδιας οδηγίας που αφορά στο διακανονισμό των εκπτώσεων, απαγορεύει το διακανονισμό σε περίπτωση καταστροφής, απώλειας ή κλοπής δεόντως αποδεικνυόμενη ή δικαιολογούμενη και θεωρεί ότι η έκπτωση δεν πρέπει να αναθεωρηθεί, ακόμη και εάν δεν αναλώθηκε η συνήθης διάρκεια χρήσης του αγαθού.

Συνεπώς, με βάση την ανωτέρω διάταξη, ο υποκείμενος στο φόρο δεν οφείλει να επιστρέψει στο κράτος το ΦΠΑ που είχε εκπέσει κατά την αγορά του συγκεκριμένου αγαθού.

Εντούτοις, η ελληνική νομοθεσία ορίζει ότι διενεργείται διακανονισμός σε περίπτωση κατά την οποία το αγαθό που καταστράφηκε, χάθηκε ή κλάπηκε, έχει αποζημιωθεί. Ετσι, οι υπόχρεοι που έχουν αποζημιωθεί υποχρεούνται να επιστρέψουν το ΦΠΑ που αντιστοιχεί στο αγαθό για το οποίο καταβλήθηκε η αποζημίωση. Ωστόσο, η πρακτική αυτή αντιβαίνει στις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 20.

Η ελληνική κυβέρνηση δεν συμμορφώθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη που της απηύθυνε η Επιτροπή στις 11 Νοεμβρίου 1999, στο πλαίσιο της διαδικασίας παράβασης που προβλέπει το άρθρο 226 της Συνθήκης.

ΑΠΕ