46

Στις συνθήκες διαβίωσης των εγκλωβισμένων και των Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές, τους περιορισμούς που επέβαλε το κατοχικό καθεστώς στις δικοινοτικές επαφές και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των αγνοουμένων και των προσφύγων, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η ετήσια έκθεση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο το 1999.

Στην 21σέλιδη έκθεση, που δόθηκε την Παρασκευή στη δημοσιότητα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παραθέτει γεγονότα, πολλές φορές επισημαίνοντας ότι πρόκειται για πληροφορίες και αναφορές, και γράφει πως σε γενικές γραμμές υπάρχει σεβασμός στις δημοκρατικές αρχές, τόσο στις περιοχές που ελέγχονται από την κυβέρνηση, όσο και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα.


Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφέρεται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας, στην οποία η Τουρκία βρέθηκε υπεύθυνη για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο λόγω της τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης του 1974 και σημειώνει πως απορρίφθηκε το επιχείρημα της Τουρκίας ότι το ψευδοκράτος αποτελεί ανεξάρτητο κράτος.


Οσον αφορά την οικονομία, μεταξύ άλλων, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστηρίζει πως η οικονομία των κατεχομένων παρεμποδίζεται ουσιαστικά από το λεγόμενο οικονομικό εμπάργκο των Ελληνοκυπρίων, κατά την έκφραση που χρησιμοποιεί, με αποτέλεσμα να εξαρτάται πολύ από τις επιχορηγήσεις από την Τουρκία.


Για τους εγκλωβισμένους, η έκθεση υποστηρίζει πως οι περιορισμοί στους περίπου 600 Ελληνοκυπρίους και Μαρωνίτες που ζουν στο βορρά έχουν χαλαρώσει τα τελευταία χρόνια φέρνοντας ως παράδειγμα τις επισκέψεις των παιδιών τους ή την αύξηση του χρόνου των επισκέψεών τους στις ελεύθερες περιοχές από 15 ημέρες το μήνα σε έξι μήνες.


Οσον αφορά στις διακοινοτικές επαφές, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών αναφέρει εκτενώς στην απόφαση του ψευδοκράτους, το Δεκέμβριο του 1997, να απαγορεύσει τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων καθώς και την προσπάθειά του να εμποδίσει ακόμη και επαφές των δημοσίων υπαλλήλων του στο εξωτερικό.


Στην παράγραφο που αφορά στους αγνοουμένους, η έκθεση σημειώνει την άρνηση των Τουρκοκυπρίων να προχωρήσουν τη διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών προτού δοθεί πλήρης αναφορά για άτομα που ίσως να σκοτώθηκαν κατά το πραξικόπημα, ενώ αναφέρεται στην απόφαση της κυβέρνησης για εκταφή και αναγνώριση λειψάνων στις ελεύθερες περιοχές, διαδικασία που συνεχίζεται.


Στο κεφάλαιο με τίτλο Θρησκευτικές Μειονότητες το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σημειώνει ότι Ελληνοκύπριοι που μένουν στο βορρά αναφέρουν πως ορθόδοξες εκκλησίες που δεν χρησιμοποιούνται εξακολουθούν να καταστρέφονται και πως Τουρκοκύπριοι παραπονούνται ότι παρόμοια μεταχείριση υφίστανται τεμένη στο νότο που δεν χρησιμοποιούνται. Ωστόσο, αναφορά γίνεται μόνο στην επίθεση κατά του τεμένους Χαλά Σουλτάν τον Αύγουστο.


Στην έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η περίπτωση του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου Κουντλού Ανταλί που είχε δολοφονηθεί το 1996, σημειώνεται πως ακόμη οι κατοχικές αρχές δεν έχουν διεξάγει αξιόπιστη έρευνα, καθώς και ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποδέχθηκε τον Ιούνιο την εκδίκαση της υπόθεσης της δολοφονίας του Σολωμού την ίδια χρονιά.


Σε άλλο κεφάλαιο σχετικά με τα βασανιστήρια, η έκθεση αναφέρεται σε αστυνομική βία στις ελεύθερες περιοχές εναντίον υπόπτων που βρίσκονται υπό κράτηση, κυρίως μη Κυπρίων, ενώ αναφέρει πως υπάρχουν αξιόπιστες αναφορές για κατάχρηση εξουσίας και κακομεταχείριση κρατουμένων στα κατεχόμενα. Επίσης, στην εισαγωγή της έκθεσης και όσον αφορά στα κατεχόμενα, αναφέρεται πως οι στρατιωτικές αρχές κατευθύνουν τις τουρκοκυπριακές αστυνομικές δυνάμεις.


Επίσης, για τους Τουρκοκυπρίους που μένουν στις ελεύθερες περιοχές διαπιστώνει πως κάποιοι αντιμετωπίζουν προβλήματα στην εξασφάλιση ταυτοτήτων και άλλων κυβερνητικών εγγράφων, ιδιαίτερα εάν γεννήθηκαν μετά το 1974 και ότι φαίνεται να τίθενται υπό παρακολούθηση από την ελληνοκυπριακή αστυνομία αν και προβαίνουν σε πολύ λίγα επίσημα παράπονα προς την ΟΥΝΦΙΚΥΠ.

ΜΠΕ