Drones και υπερσύγχρονα όπλα, τεχνητή νοημοσύνη και κυβερνοχώρος, «Χρυσός Θόλος» και «Χρυσός Στόλος».
Πρόκειται για τα κεντρικά σημεία αυτού που ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ διαφημίζει ως «Οπλοστάσιο της Ελευθερίας», καθώς πασχίζει -εν μέσω της πιο κρίσιμης φάσης του πολέμου στο Ιράν- να πείσει το διχασμένο αμερικανικό Κογκρέσο για την ανάγκη έγκρισης του νέου αμυντικού προϋπολογισμού-μαμούθ, ύψους 1,45 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η ονομασία παραπέμπει στο περίφημο «Οπλοστάσιο της Δημοκρατίας» του προέδρου Ρούσβελτ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τότε, περιέγραφε τη δέσμευση των ΗΠΑ να παράγουν μαζικά όπλα και πυρομαχικά για τους συμμάχους.
Τώρα, η κυβέρνηση Τραμπ μιλά για ταχεία ενίσχυση της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας, ενόσω εκτρέπει προσωρινά τις παραδόσεις οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών, που προορίζονται για συμμάχους και εταίρους της, για δική της χρήση.
Τα αποθέματα της Νο1 υπερδύναμης είχαν ήδη μειωθεί με τον εξοπλισμό της Ουκρανίας και τη διεξαγωγή του «Πολέμου των 12 Ημερών» -όσο είχε διαρκέσει η περσινή επίθεση του Ισραήλ στο Ιράν, με τη στήριξη των ΗΠΑ.
Όμως τους τελευταίους τρεις μήνες έχουν φτάσει σε ανησυχητικά χαμηλά επίπεδα.
Μεταξύ πολλών άλλων, ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος επιλογής κατά του Ιράν έχει αποκαλύψει τις ελλείψεις στην αμυντική βιομηχανική βάση και στα συστήματα προμήθειας όπλων των ΗΠΑ.
Είναι κάτι που δεν παραδέχεται δημόσια ο Χέγκσεθ, μιλώντας για «πολύπλοκο περιβάλλον απειλών».
Ζητά χρήμα και περιορισμό της γραφειοκρατίας για ταχύτερη παραγωγή και παράδοση προηγμένων οπλικών συστημάτων, με ρυθμούς «πολεμικής ετοιμότητας».
Αυτό ωστόσο που γνωρίζουν καλά οι ομοσπονδιακοί νομοθέτες στην Ουάσιγκτον είναι ότι το χρήμα δεν αγοράζει χρόνο, όπως και ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια για τον μεγαλύτερο και πιο αμφιλεγόμενο αμυντικό προϋπολογισμό στα χρονικά της χώρας.
Και δη όταν στον «λογαριασμό» το υπουργείο Άμυνας δεν συμπεριλαμβάνει το κόστος του πολέμου στο Ιράν.
Μέχρι στιγμής υπολογίζεται σε τουλάχιστον 25 δισεκατομμύρια δολάρια -χώρια τις επιπτώσεις στην οικονομία.
Εξαντλημένα αποθέματα… αξιοπιστίας
Όχι τυχαία, η κυβέρνηση Τραμπ ζητά 70,5 δισεκατομμύρια για τα πιο κρίσιμα, υψηλής αξίας όπλα και πυρομαχικά -αύξηση 188% σε σχέση με τον προηγούμενο αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ.
Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών εντάσεων και ανταγωνισμών, η ραγδαία συρρίκνωση των αποθεμάτων -μάλιστα ταχεία κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν- έχει αφήσει τη χώρα πολλαπλά έκθετη.
Απέναντι σε εξωτερικές απειλές και σε αντιπάλους, που ήδη αμφισβητούν ανοιχτά την ηγεμονική ισχύ των ΗΠΑ.
Αλλά και έναντι συμμάχων και εταίρων, καθώς το Πεντάγωνο καθυστερεί ή «παγώνει» εξαγωγές αμυντικού υλικού προς ευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες, προκαλώντας έντονη ανησυχία.
Με την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία να καθυστερεί, αυτή η «τρύπα» στις προμήθειες όπλων και πυρομαχικών αρχίζει να περιπλέκει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό του ΝΑΤΟ, την ώρα που εντείνοται οι φόβοι για διάχυση του πολέμου στην Ουκρανία.
Εκφράζοντας δημόσια την ανησυχία του για τραγικές ελλείψεις στη στρατιωτική στήριξη από τη Δύση, το Κίεβο έχει κλιμακώσει τη χρήση δικών του drones καμικάζι για επιθέσεις κατά της Ρωσίας.
Τυφλωμένα από τις ρωσικές ηλεκτρονικές παρεμβολές, καταλήγουν με ανησυχητική πλέον συχνότητα στα εδάφη των χωρών της Βαλτικής και της Φινλανδίας, εν μέσω ενδονατοϊκής κρίσης.
Στη λίστα των ανησυχούντων για την αξιοπιστία των ΗΠΑ προστέθηκε εσχάτως εν τω μεταξύ και η Ταϊβάν, που -στον απόηχο της επίσκεψης Τραμπ στο Πεκίνο- πληροφορήθηκε… δια της τεθλασμένης ότι τα σχέδιά της να αγοράσει όπλα από τις ΗΠΑ έχουν μπει από την Ουάσιγκτον στον «πάγο».
«Αυτή τη στιγμή κάνουμε μια παύση, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι έχουμε τα πυρομαχικά που χρειαζόμαστε για την Επιχείρηση Επική Οργή» στο Ιράν, δήλωσε τις προάλλες ο ασκών χρέη υπουργού Ναυτικού των ΗΠΑ, Χουνγκ Κάο, ερωτηθείς σχετικά σε ακρόαση στο Κογκρέσο.
«Τα έχουμε σε αφθονία», επέμεινε σε καθησυχαστικούς τόνους.
«Οι πωλήσεις στρατιωτικού υλικού στο εξωτερικό θα συνεχιστούν», προσέθεσε, «όταν η κυβέρνηση το κρίνει αναγκαίο»…
Πληρώνοντας τον «λογαριασμό»
Σύμφωνα με το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), το οπλοστάσιο των ΗΠΑ έχει πιθανότατα μειωθεί «περισσότερο από το ήμισυ του προπολεμικού αποθέματος» για ορισμένα από τα πιο κρίσιμα όπλα, όπως πύραυλοι Tomahawk, JASSM και Patriot.
Η Ουάσιγκτον έχει καταναλώσει περισσότερους από 1.300 πανάκριβους πυραύλους αναχαίτισης κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν.
Με τους τρέχοντες ρυθμούς παραγωγής, θα χρειαστούν πάνω από 2-3 χρόνια για την αναπλήρωσή τους.
Από τον Μάρτιο κιόλας, ο πρόεδρος Τραμπ συναντήθηκε με τους διευθύνοντες συμβούλους μεγάλων αμερικανικών εταιρειών όπλων, ζητώντας τετραπλασιασμό της παραγωγής.
«Εν μέσω ελλείψεων σε πυρομαχικά, οι ΗΠΑ προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε έναν πόλεμο με το Ιράν, μια στρατιωτική εκστρατεία στο Δυτικό Ημισφαίριο, έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων στην Ουκρανία και την επαπειλούμενη σύγκρουση με την Κίνα στον Ινδο-Ειρηνικό», παρατηρεί το Instituto Cato.
Αλλά «οι ΗΠΑ δεν είναι αήττητες και δεν μπορούν να διεξάγουν ούτε να διαχειρίζονται επιτυχώς πολλαπλές συγκρούσεις ταυτόχρονα», επισημαίνει.
«Δεν υπάρχει γρήγορη λύση που να μπορεί να καταστήσει το αμερικανικό οπλοστάσιο πυρομαχικών απρόσβλητο από ελλείψεις, συμβιβασμούς και τη μαθηματική πραγματικότητα».
Το δε Κογκρέσο «δεν θα πρέπει να εγκρίνει τυφλά την κολοσσιαία αύξηση της χρηματοδότησης και της παραγωγής κρίσιμων πυρομαχικών», τονίζει.
Την χαρακτηρίζει ενδεικτικά «ακριβό τσιρότο».
Αντίθετα, τονίζει, το Κογκρέσο πρέπει «να αντιμετωπίσει τις στρατηγικές αποτυχίες που δημιούργησαν και επιδείνωσαν το έλλειμμα στα αποθέματα και να εγκρίνει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για να προστατεύσει το πολεμικό απόθεμα στο μέλλον».
Διαφορετικά, προειδοποιεί, «σύντομα θα βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα και τον ίδιο λογαριασμό».
Μια βραδιά στο κέντρο της πόλης γεμάτη τραγούδια, ιστορίες και μουσικές που έχουν καθιερώσει την Μαρία Παπαγεωργίου ως μία από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες και δημιουργούς της γενιάς της.