
Μεγάλη Παρασκευή: Μνημόσυνα σε πρόσωπα και βιώματα από τα περασμένα
Μέρα πένθους και αναπολήσεων
Τόπο στο θάνατο. Νάχη κι’ αυτός τη θέση του στη ζωή. Η μέρα του σήμερα. Από βιόλες και πασχαλιές το σάβανό του. Τιμές τού απονέμει η πόλη. Το χρώμα του πένθους στους φανοστάτες της. Πένθιμες οι κωδωνοκρουσίες των ναών. Οι επίσημοι το βράδυ στην εκφορά. Παρθένες με κάνιστρα (σ.σ. πανέρια) στη συνοδεία. Μεσίστιες οι σημαίες. Ευλαβείς οι τουρίστες, αποτυπώνουν σε φωτογραφικές πλάκες την πομπή. Η πνοή της ανοίξεως ιλαρύνει (σ.σ. καθιστά εύθυμες, χαρωπές) τις μορφές.
Ξένος όμως προς αυτά, αφήνω, με την άδειά σας, τη φαντασία ν’ ανοίξη τα φτερά και, ξεπερνώντας τη μεθόριο, να προσγειωθή κάπου εκεί στις ακτές του Βοσπόρου, όπου λησμονημένοι τάφοι περιμένουν σπονδές και τρισάγια από τον ξεσπιτωμένο τους.
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 7.4.1972, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Μέρα πένθους και αναπολήσεων. Η Μεγάλη Παρασκευή, όπως και η παραμονή της Πρωτοχρονιάς, είναι οι δύο σταθμοί του έτους που νιώθεις δέσμιος των περασμένων. Επώδυνα και ηδύτατα (σ.σ. πάρα πολύ ευχάριστα, γλυκύτατα) δεσμά.
Προδίνει η μνήμη. Το σφουγγάρι όμως της λήθης δεν τολμά ν’ αγγίξη τίποτα από το βράδυ αυτό που η ζωή κατατίθεται στον τάφο.
Πόσα δεν έχουν ξεχασθή. Πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις. Μένει όμως με όλη τη ζωηρότητα των χρωμάτων η Μεγάλη Παρασκευή. Σα να είναι η ίδια ώρα που εκεί, στον Άγιο Παντελεήμονά μου, πίσω από το δικτυωτό του γυναικωνίτη η Μητέρα, ακουμπώντας την παλάμη στο κουρεμένο κεφάλι του αγοριού της, σιγοψέλνει το «γλυκύτατον έαρ» της.
Μεγαλώνει το αγόρι. Από το γυναικωνίτη, στη σειρά των μαθητών της «αστικής σχολής αρρένων της κοινότητος Κουσγουντζουκίου (σ.σ. ελληνικής συνοικίας της Κωνσταντινούπολης)», τιμητική φρουρά του Επιταφίου, με τις μαθήτριες —ω καϋμοί— του Παρθεναγωγείου απέναντι.
Εσωτερικές θύελλες. Ο θάνατος αλλά και οι προεφηβικές παραζάλες, που τις έκανε ακόμα πιο έντονες η εαρινή πνοή.
Μοσχοβολούσε ο ναός. Μύρτα και βιόλες. Στην άνθησή του ο αυλόγυρος. Καμάρωνε ο καντηλανάφτης —μη μου πήτε πως δεν ξέρετε τον κυρ Κώτσο—, καμάρωνε τα έργα του, όταν περνώντας οι πιστοί κάτω από πασχαλιές και γλυσίνες —σαλκίμια τις λέγαμε— του απένεμαν το Νόμπελ της Κηπουρικής: «Γεια στα χέρια σου, κυρ Κώτσο».
Αν είναι αδυναμία η στροφή στο χτες, συμπαθάτε τον αδύνατο.
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 7.4.1972, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Όπου όμως και να βρεθώ, τα περασμένα ζω απόψε. Τίποτα δεν είναι ικανό να με αποσπάση απ’ αυτά. Ας βαραίνουν τα χρόνια. Δεκάχρονο αγόρι γίνεται ο πρεσβύτης (σ.σ. γέροντας) και, ακολουθώντας τον Επιτάφιο, νιώθει δυνατή την πατρική παλάμη να χουφτώνη το χέρι του και να το κατευθύνη μέσα στο συνωστισμό.
Ο Ναζωραίος κορυφαίος της πομπής. Μαζί όμως με την εκφορά του θείου νεκρού, και η εκφορά των ανθρώπων μου. Ουρά από φέρετρα, πατέρες και πατέρες πατέρων, μητέρες και μητέρων μητέρες, όλοι εσείς που με το χάδι και το παραμύθι στα χείλη παραγγέλνατε νανουριστά στη Βενετιά τα χρυσαφικά του νηπίου σας και δίνατε διαστάσεις γίγαντα στο ανθρωπάκι σας.
Μακρότατη η πομπή. Για τον Ιησού η κίτρινη λαμπάδα, οι βιόλες, οι καπνοί του θυμιάματος. Τη στιγμή όμως που «προσκυνούμεν σου τα πάθη Χριστέ», κρατούμε κι’ ένα κεράκι για να φωτίζη τη μνήμη και να τελή ψιθυριστά μνημόσυνα σε πρόσωπα και βιώματα που συνθέτουν τα περασμένα.
*Κείμενο του Παύλου Παλαιολόγου, που έφερε τον τίτλο «Πίσω από τον Επιτάφιο» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» στις 7 Απριλίου 1972, Μεγάλη Παρασκευή.
Εξέχον μέλος της ελληνικής δημοσιογραφικής οικογένειας του προηγούμενου αιώνα, ο Παύλος Παλαιολόγος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1895.
Ήλθε σε νεαρή ηλικία στην Αθήνα και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης.
Ο Παύλος Παλαιολόγος
Υπήρξε συντάκτης αθηναϊκών εφημερίδων από το 1915, ενώ η μακρόχρονη συνεργασία του με το Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, αρχής γενομένης από το 1928, έμελλε να αφήσει το στίγμα της στην υψηλού επιπέδου ελληνική δημοσιογραφία.
Το πεδίο στο οποίο κατεξοχήν διακρίθηκε ―μάλλον αρίστευσε― ο Παλαιολόγος υπήρξε το ιδιαίτερα απαιτητικό χρονογράφημα, γι’ αυτό και χαρακτηρίστηκε πρύτανης του χρονογραφήματος.
Ο Παύλος Παλαιολόγος απεβίωσε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 1984.
Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, χρυσοκέντητος μεταξωτός επιτάφιος (ορθογώνιο παραλληλόγραμμο ύφασμα που χρησιμοποιείται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κατά την ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής), που χρονολογείται περί το 1300 και προέρχεται κατά πάσαν πιθανότητα από εργαστήριο της Θεσσαλονίκης (πηγή: Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης/mbp.gr).
- Τέιλορ Σουίφτ: Τον Ιούλιο ο γάμος της
- Νέα Αριστερά: Sic transit gloria mundi – Τα καμώματα του «άριστου» Λαζαρίδη και η ευθύνη του πρωθυπουργού
- Η παρακάμερα της ΚΑΕ Ολυμπιακός από τη νίκη στη Σόφια (vid)
- Μεσολόγγι – Κιουτάχεια: Το παράξενο παιχνίδι της μοίρας
- Με το Ιράν συνδέονται τα περισσότερα πλοία που έχουν πλεύσει μέσω των Στενών του Oρμούζ
- Χαβάη: Εντυπωσιακές εικόνες από την έκρηξη του ηφαιστείου Κιλαουέα

