Όταν κάτι επαναλαμβάνεται, τότε γίνεται μοτίβο. Και στην πολιτική το μοτίβο παραπέμπει πάντα σε έναν πολιτικό σχεδιασμό.

Με αυτό τον τρόπο βλέπω τη σπουδή που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αναζητά διαρκώς να αποδώσει την ευθύνη για υποθέσεις που παραπέμπουν σε κακοδιαχείριση και σκάνδαλα σε άλλες παρατάξεις και πρωτίστως στο ΠΑΣΟΚ, ακόμη και εάν τα κρούσματα έλαβαν χώρα στη δική της βάρδια.

Το είδαμε αυτό στον τρόπο που έσπευσαν να πουν αμέσως «και ο κουμπάρος του Ανδρουλάκη είναι μπλεγμένος στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ», στον τρόπο που προβλήθηκε η κομματική ιδιότητα του προέδρου της ΓΣΕΕ Γιάννη Παπαδόπουλου που ελέγχεται για κακοδιαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων, αλλά και πιο πρόσφατα στο πώς προβλήθηκε η εμπλοκή στελέχους του ΠΑΣΟΚ σε προβληματικές χορηγήσεις επιδομάτων του ΟΠΕΚΑ.

Μόνο που αυτή η επιμονή στο «κοιτάξετε, δεν είναι δικοί μας οι ‘κακοί’», προσκρούει σε πολύ σημαντικές πλευρές της πραγματικότητας. Και αυτές έχουν να κάνουν με το ότι όλα αυτά τα σκάνδαλα αφορούν περιόδους στις οποίες τη διακυβέρνηση ασκούσε η Νέα Δημοκρατία και άρα αυτή είχε και τον πραγματικό έλεγχο του κυβερνητικού μηχανισμού. Κάτι που σημαίνει ότι ήταν η Νέα Δημοκρατία που είχε την ευθύνη να εξασφαλίζει ότι οι ενισχύσεις μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ, τα κονδύλια για την κατάρτιση μέσω ΔΥΠΑ, και τα επιδόματα μέσω ΟΠΕΚΑ χορηγούνταν με βάση τις προβλέψεις της κείμενης νομοθεσίας και δεν γίνονται «μαϊμουδιές».

Εάν αποδειχτεί ότι έγιναν «μαϊμουδιές» και υπήρξε διασπάθιση των σχετικών κονδυλίων, η πρώτη και κύρια ευθύνη αφορά τη Νέα Δημοκρατία, τους υπουργούς της και όσα στελέχη τοποθέτησε αυτή η κυβέρνηση σε θέσεις ευθύνης σε διάφορους οργανισμούς. Γιατί πάντα σε αυτά τα σκάνδαλα τη μεγαλύτερη ευθύνη δεν την έχει αυτός που αποφάσισε να «βγάλει το κάτι τις του», αλλά αυτός που δεν τον απέτρεψε παρότι δουλειά του ήταν ακριβώς να αποτρέπει το να συμβαίνουν τέτοιες μορφές κακοδιαχείρισης.

Και εάν π.χ. στην περίπτωση του ΟΠΕΚΑ, που ήρθε πολύ πρόσφατα στη δημοσιότητα και δεν έχουμε πλήρη εικόνα, το πρόβλημα εντοπίζεται στο ότι δεν τηρούνταν πλήρως οι διαδικασίες, στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ και των κονδυλίων για την κατάρτιση υπήρξε σαφής κυβερνητική μεθόδευση.

Στο μεν ΟΠΕΚΕΠΕ είναι σαφές ότι τα κυβερνητικά στελέχη είδαν το καθεστώς που ίσχυε ως έναν τρόπο έμμεσης επιδότησης κτηνοτρόφων, ανεξαρτήτως του εάν τη δικαιούνταν ή όχι, με βασικό σκοπό αυτό να φτιάξει ευνοϊκό οικονομικό και πολιτικό συσχετισμό σε κρίσιμες εκλογικές περιφέρειες όπως η Κρήτη.

Στην περίπτωση των κονδυλίων για την κατάρτιση, όχι μόνο είχε στηθεί ένα πλαίσιο όπου με τις ευλογίες των πολιτικών προϊσταμένων του αρμόδιου υπουργείου Εργασίας ορισμένοι μεγάλοι «παίκτες» έπαιρναν τη μερίδα του λέοντος, απαιτώντας μάλιστα και «φόρο υποτέλειας» από όποιον ήθελε μερίδιο, αλλά και το ίδιο το πλαίσιο που έκανε τη ΓΣΕΕ «συμπράττοντα φορέα» ήταν κυβερνητικής έμπνευσης, ώστε με αυτό τον τρόπο να παραταθεί το καθεστώς άνισης «μοιρασιάς» των σχετικών έργων.

Δηλαδή, ήταν ο κυβερνητικός σχεδιασμός που οδήγησε στη κακοδιαχείριση και όχι απλώς η έλλειψη επαρκούς εποπτείας.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, η κυβέρνηση που τώρα «δείχνει με το δάκτυλο» άλλες παρατάξεις, οι οποίες παρ’ όλα αυτά διέγραψαν αμέσως τα εμπλεκόμενα στελέχη, τα δικά της στελέχη τα αντιμετωπίζει ως να μην έχουν καμία εμπλοκή και ως να είναι «αθώες περιστερές».

Για να μην αναφερθώ στο ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να φτιάξει αφήγημα ότι στο ΠΑΣΟΚ υπάρχει ενδημική διαφθορά, την ώρα που η ίδια κατεξοχήν στελεχώνεται από στελέχη προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ.

Σε κάθε περίπτωση η ουσία παραμένει: τα σκάνδαλα που συζητάμε είναι κυβερνητικά σκάνδαλα, που αφορούν αποφάσεις ή αμέλειες υπουργών που δεν προστάτευσαν την ακεραιότητα διαδικασιών και κατά περίπτωση μεθόδευσαν μορφές διασπάθισης. Αυτή είναι η πραγματική και κύρια πολιτική – και δυνητικά ποινική – ευθύνη αυτής της κυβέρνησης. Η εμπλοκή ανθρώπων από άλλους χώρους προφανώς και πρέπει να διερευνηθεί και οι ευθύνες να αποδοθούν, αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για μια κυβέρνηση που ολοένα και περισσότεροι ταυτίζεται στα μάτια της κοινωνίας με φαινόμενα διαφθοράς.