Οι έγκυοι έχει φανεί ότι είναι ιδιαιτέρως ευάλωτες στον νέο κορωνοϊό με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν από επιπλοκές σε περίπτωση που μολυνθούν με αυτόν. Ωστόσο πολύ λίγα είναι γνωστά σχετικά με την ανοσοαπόκρισή τους στον SARS-CoV-2 και πώς αυτή μπορεί να επιδράσει στο έμβρυο που κυοφορούν. Τώρα μια νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο «JAMA Network Open» και η οποία διεξήχθη από ειδικούς του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης (ΜGH) ρίχνει φως στη «σχέση» εγκύων και νέου κορωνοϊού δείχνοντας τον δρόμο για καλύτερη φροντίδα των εγκύων και των μωρών τους. Από τη μελέτη προκύπτει ότι οι έγκυοι είναι σημαντικό να περιληφθούν στις δοκιμές των εμβολίων για τον SARS-CoV-2 και να αποτελέσουν μια από τις κύριες ομάδες του πληθυσμού που θα εμβολιαστούν.

Πώς μπλοκάρεται η μετάδοση στο έμβρυο

Οι ερευνητές μελέτησαν 127 εγκύους που βρίσκονταν στο τρίτο τρίμηνο της κύησης και έλαβαν ιατρική φροντίδα σε τρία νοσοκομεία της Βοστώνης μεταξύ του Απριλίου και του Ιουνίου του 2020. Στις 64 γυναίκες της ομάδας οι οποίες διαγνώσθηκαν θετικές στον SARS-CoV-2, οι ειδικοί δεν ανίχνευσαν τον νέο κορωνοϊό στο μητρικό αίμα ή στο ομφαλοπλακουντιακό αίμα – παρότι ο ιός ανιχνεύθηκε στο αναπνευστικό τους σύστημα. Επίσης δεν ανιχνεύθηκε ο ιός στον πλακούντα και δεν υπήρχαν στοιχεία που να μαρτυρούν μετάδοση του ιού στο έμβρυο. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η μετάδοση στο έμβρυο μπλοκάρεται χάρη στο ότι ο ιός δεν κυκλοφορεί στο μητρικό αίμα όσο και επειδή τα μεγάλα μόρια που ο SARS-CoV-2 χρησιμοποιεί προκειμένου να εισέλθει στα ανθρώπινα κύτταρα (υποδοχέας ACE2 και ένζυμο TMPRSS2) συχνά δεν εντοπίζονται στον πλακούντα.

Μικρή μεταφορά αντισωμάτων

Οι περισσότερες από τις γυναίκες που ήταν θετικές στον ιό ανέπτυξαν αντισώματα εναντίον του, ωστόσο η μεταφορά αντισωμάτων από τη μητέρα στο μωρό της μέσω του πλακούντα ήταν σημαντικά μικρότερη από ό,τι ανέμεναν οι ερευνητές οι οποίοι τη συνέκριναν με τη μεταφορά αντισωμάτων ενάντια στη γρίπη που γίνεται από τη μητέρα στο μωρό.

Οι έγκυοι, πληθυσμός-«κλειδί» για εμβολιασμό

«Το εύρημά μας σχετικά με τη μειωμένη μεταφορά αντισωμάτων από τη μητέρα στο μωρό σε γυναίκες που μολύνθηκαν με τον νέο κορωνοϊό κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης, μπορεί να έχει σημαντική επίδραση σε ό,τι αφορά τη χορήγηση του εμβολίου για τον SARSCoV-2 στις εγκύους. Δείχνει συγκεκριμένα ότι οι έγκυοι απότελούν πληθυσμό – «κλειδί» που θα έπρεπε να συμμετέχει στον εμβολιασμό. Παράλληλα εγείρει ερωτήματα σε ό,τι αφορά σε ποιο χρονικό σημείο  κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να γίνεται η χορήγηση του εμβολίου ώστε να επιτυγχάνεται η καλύτερη δυνατή μητρική αλλά και βρεφική ανοσία» ανέφερε η κύρια συγγραφέας της νέας μελέτης Αντρεα Εντλόου, ειδικός στην περιγεννητική ιατρική στο MGH και επίκουρη καθηγήτρια Μαιευτικής, Γυναικολογίας και Αναπαραγωγικής Βιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.

Οι κρίσιμες κατευθυντήριες για μελλοντικές έρευνες

Η δρ Εντλόου τόνισε ότι η διαπλακουντιακή μεταφορά αντισωμάτων στο έμβρυο είναι υπό κανονικές συνθήκες μεγαλύτερη στο τρίτο τρίμηνο της κύησης, με αποτέλεσμα να είναι αναπάντεχο το γεγονός ότι οι μητέρες με COVID-19 «κληροδοτούσαν» στο έμβρυό τους λίγα αντισώματα ενάντια στον νέο κορωνοϊό. «Η κατανόηση των μηχανισμών που κρύβονται πίσω από την ανεπαρκή μεταφορά αντισωμάτων ενάντια στον SARSCoV-2 σε μολύνσεις που γίνονται κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, καθώς και η κατανόηση σχετικά με το αν τα αντισώματα που παράγονται μετά από εμβολιασμό έχουν τις ίδιες ή διαφορετικές ιδιότητες σε σύγκριση με εκείνα που παράγονται στο πλαίσιο της φυσικής ανοσίας μετά από μόλυνση, θα αποτελέσουν κρίσιμες κατευθυντήριες για μελλοντικές έρευνες» κατέληξε η ερευνήτρια.