Βαγγέλης Στεργιόπουλος

Στο ερώτημα που διαβάζετε ανωτέρω είναι, εκ προοιμίου, εξαιρετικά δυσχερές να δοθεί μια απάντηση ολοκληρωμένη, πολλώ δε μάλλον στον ούτως ή άλλως περιορισμένο χώρο που προσφέρει ένα άρθρο το οποίο προορίζεται για δημοσίευση σε μια διαδικτυακή πύλη.

Παρά ταύτα, φρονώ ότι η προσέγγιση του συγκεκριμένου ζητήματος από τους N. H. Baynes και H. Moss στο συλλογικό έργο με τον τίτλο Byzantium (έκδοση 1948) είναι άκρως διαφωτιστική και μας επιτρέπει να αντιληφθούμε ποιοι ήταν, σε γενικές γραμμές, οι παράγοντες εκείνοι που οδήγησαν στην παρακμή και, εντέλει, στην κατάρρευση τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Πριν παραθέσουμε τις απόψεις των διαπρεπών βυζαντινολόγων που συνεργάστηκαν στο προαναφερθέν συλλογικό έργο, αξίζει να αναφέρουμε επιγραμματικά τους παράγοντες που συντέλεσαν στη χιλιόχρονη επιβίωση του βυζαντινού κράτους: η προνομιούχος γεωγραφική θέση του, η οικονομική οργάνωση και δραστηριότητα (γεωργία, ναυτιλία, διαμετακομιστικό εμπόριο, βιοτεχνία), ο διοικητικός μηχανισμός και η νομοθεσία (θεσμοί που εν μέρει κληρονομήθηκαν από τη Ρώμη, αλλά και διαμορφώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου).

Όταν, συνεπεία εσωτερικών σφαλμάτων ή εξωτερικών πληγμάτων, η οικονομική ζωή, ο διοικητικός μηχανισμός και, συνακόλουθα, η κοινωνική και θρησκευτική συνοχή παρουσίασαν ρωγμές, τότε άρχισε παράλληλα και η παρακμή του κράτους, που έγινε έτσι πιο ευάλωτο στην πίεση που ασκούσαν οι εξωτερικοί αντίπαλοι. Πρώτα ήλθαν η οικονομική κατάρρευση και η κοινωνική διάσταση, και ακολούθησαν η ηττοπάθεια και η πτώση.

Ιδού λοιπόν οι απαντήσεις στο πώς και στο γιατί ήλθε η παρακμή ενός κοινωνικού και κρατικού μηχανισμού που άντεξε πάνω από χίλια χρόνια και αποτέλεσε από τον 5ο έως το τέλος του 12ου αιώνα το πλουσιότερο και το πολυπληθέστερο κράτος της χριστιανοσύνης:

Η παρακμή ήλθε με πολλούς τρόπους και για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς, οι κοινωνίες, όπως και τα άτομα, γηράσκουν. Οι βυζαντινοί πλοιοκτήτες, οι έμποροι και οι βιομήχανοι, πιθανώς προσκολλημένοι παθητικά σε παλαιωμένες μεθόδους εργασίας, δεν μπόρεσαν να συναγωνιστούν τους νεότερους ιταλούς ανταγωνιστές τους. Από την άλλη πλευρά, η βυζαντινή οικονομική οργάνωση ήταν κρατική και, κατά συνέπεια, γραφειοκρατική. Οι γραφειοκρατίες καταλαμβάνονται ακόμα πιο γρήγορα από την παρακμή απ’ ό,τι οι «κοινότητες».

Από τον 11ο αιώνα η βυζαντινή διοίκηση δεν ήταν πλέον ικανή να προστατεύει τους μικροϊδιοκτήτες γης. Μπορεί κανείς επίσης να υποθέσει ότι, με την αδιάκοπη παρέμβαση των υπαλλήλων της διοικήσεως (οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου γίνονταν ολοένα και χειρότεροι), το κράτος προξένησε περισσότερο κακό παρά καλό στο εμπόριο και στη βιομηχανία.

Από την άλλη πλευρά, η φορολογία, χαριστική (σε βαθμό διαρκώς αυξανόμενο) για τα μοναστήρια και την τάξη των ισχυρών, γινόταν εξ ανάγκης ολοένα και περισσότερο καταπιεστική για τις λαϊκές μάζες.

Εντούτοις, όλες αυτές οι αιτίες παρακμής βάρυναν λιγότερο σε σύγκριση με τις πολιτικές ατυχίες, που (με ορισμένες περιόδους ανακοπής, ιδίως στην εποχή των τριών μεγάλων Κομνηνών αυτοκρατόρων) εξακολουθούσαν να σημειώνονται στην αυτοκρατορία μετά το θάνατο του Βασιλείου Β’. Το πρώτο απ’ αυτά τα διαδοχικά δυσάρεστα γεγονότα ήταν η απώλεια των πλούσιων αγροτικών επαρχιών της Μικράς Ασίας, ως επακόλουθο της ραγδαίας προελάσεως των Σελτζούκων.

Κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα έγιναν οι επιδρομές των Νορμανδών, μία από τις οποίες (του έτους 1147) συνοδεύτηκε από τη μεταφορά στη Σικελία των βιομηχανιών μετάξης των Θηβών και της Κορίνθου.

Σχεδόν ταυτόχρονα ακολούθησαν οι πρώτες τρεις σταυροφορίες, οι οποίες, μεταξύ άλλων δυσάρεστων συνεπειών, επέφεραν τη μεταφορά του συριακού εμπορίου από την Κωνσταντινούπολη στην Ιταλία.

Κατά τη βασιλεία του Ισαάκιου Αγγέλου η ανασύσταση του βουλγαρικού κράτους είχε ως επακόλουθο την απώλεια εκείνων των παραδουνάβιων επαρχιών που επί μακρόν αντιστάθμιζαν την απώλεια τόσο πολλών ασιατικών εδαφών.

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους και ο διαμελισμός της αυτοκρατορίας επισφράγισαν τη μακρά σειρά των ατυχιών.

Η τελευταία καταστροφή ήταν από οικονομικής πλευράς θανάσιμο πλήγμα για την αυτοκρατορία. Κατά τη δυναστεία των Αγγέλων η αυτοκρατορία βρισκόταν σε πλήρη πολιτική και στρατιωτική παρακμή. Ο πλούτος της όμως δεν είχε περιοριστεί πολύ, όπως φανερώνουν οι μαρτυρίες των περιηγητών εκείνης της εποχής.

Όσο η Κωνσταντινούπολη παρέμενε άθικτη, υπήρχε πάντα η δυνατότητα ανανεώσεως, ανάλογης με την ανανέωση που παρατηρήθηκε μετά τις μεγάλες αραβικές και βουλγαρικές επιδρομές, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την πρώτη περίοδο των Μέσων Χρόνων. Η Κωνσταντινούπολη ήταν η καρδιά της οικονομικής ζωής του κράτους. Εδώ ήταν συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του κινητού πλούτου και των κύριων κλάδων της βιομηχανίας και του εμπορίου. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενου λαού ζούσαν εντός των τειχών της. Απ’ όλα αυτά, ύστερα από μερικές ημέρες λεηλασίας, σφαγής και πυρπολήσεως, δεν έμεινε σχεδόν τίποτα.

Συνοψίζοντας, και χωρίς να παραβλέπουμε τις εσωτερικές αιτίες που προαναφέρθηκαν, μπορούμε να πούμε ότι η οικονομική παρακμή της αυτοκρατορίας ήταν έργο κυρίως των εξωτερικών εχθρών, οι οποίοι διά πυρός και σιδήρου ερήμωσαν τις πόλεις και τη γη της, κατέστρεψαν τις βιομηχανίες της και νέκρωσαν το εμπόριό της, το οποίο από την αρχή των σταυροφοριών μερικώς είχε πλέον περιέλθει στις ίδιες τις χώρες που την κατέστρεψαν.

Όταν οι Παλαιολόγοι πέτυχαν να επανενώσουν υπό το σκήπτρο τους ένα μέρος της παλαιάς αυτοκρατορίας, βρήκαν το καθετί κατεστραμμένο. Οι συνδυασμένες προσπάθειες του εχθρού στο Βορρά, στη Δύση και στην Ανατολή (οι Τούρκοι) δεν έδωσαν περιθώριο στην οικονομική ζωή του κράτους να ανακτήσει μόνιμα ένα μέρος του παλαιού της μεγαλείου (η οικονομική ανάρρωση ήταν τοπική και εφήμερη, π.χ. στη Θεσσαλονίκη).

Ο βυζαντινός λαός κατέβαλε φοβερό τίμημα για την απώλεια της στρατιωτικής του αρετής και για το πάθος του για εμφύλιο πόλεμο. Ήταν αυτοί οι πόλεμοι που ετοίμασαν το δρόμο για τις ξένες εισβολές, όπως ο ανταγωνισμός μεταξύ του Ισαάκιου Β’ και του αδελφού του Αλεξίου Γ’.

in.gr