Ένας σκηνοθέτης που προτάθηκε πολλές φορές για Όσκαρ αλλά δεν το απέκτησε ποτέ. Έκανε καριέρα στην Αγγλία αλλά και στο Χόλιγουντ, ξεκίνησε από τον βωβό κινηματογράφο και έγινε μετρ του σασπένς και λάτρης των ξανθών πρωταγωνιστριών στις ταινίες του. Δεν είναι άλλος από τον Άλφρεντ Χίτσκοκ.

Ένας από τους πιο αγαπημένους αλλά και πολυσυζητημένους σκηνοθέτες, ο οποίος κατάφερε να μας χαρίσει μερικές από τις συγκλονιστικότερες διαχρονικά ταινίες μυστηρίου και δράσης, όπως η ταινία «Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων», το 1959.

Πρόσφατα προβλήθηκε στις αίθουσες η βιογραφική ταινία «Χίτσκοκ», του Σάσα Τζερβάζι, με τον Άντονι Χόπκινς στον ομότιτλο ρόλο, ενώ στους θερινούς κινηματογράφους κάθε χρόνο προβάλλονται οι κλασικές πλέον ταινίες του.

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ (Alfred Hitchcock) γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1899 στο Ιστ Εντ του Λονδίνου και πέθανε στις 29 Απριλίου 1980 στο Λος Άντζελες.

Αρχικά φοίτησε στην τεχνική σχολή «School of Engineering and Navigation» σπουδάζοντας μηχανική, ηλεκτρολογία, ακουστική και ναυπηγική.


Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, ενώ παράλληλα εργαζόταν σε μια τηλεγραφική εταιρεία, προκειμένου να επιβιώσει.
Ο Χίτσκοκ ξεκίνησε να εργάζεται σε κινηματογραφικό στούντιο του Λονδίνου το 1920 και συγκεκριμένα στο παράρτημα της αμερικανικής Famous Players-Lasky της Paramount Pictures. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ο ομιλών κινηματογράφος και προσλήφθηκε για να σχεδιάζει τους τίτλους αρχής για όλες τις ταινίες του στούντιο.
Blackmail (1929)

Η μεγάλη ευκαιρία για τον Χίτσκοκ παρουσιάστηκε δύο χρόνια μετά, όταν ο σκηνοθέτης της ταινίας «Always Tell Your Wife» αρρώστησε και ζητήθηκε από τον Χίτσκοκ να τον αντικαταστήσει και να ολοκληρώσει την ταινία. Αυτό ήταν. Οι παραγωγοί εντυπωσιάστηκαν από το αποτέλεσμα και του ανέθεσαν να γυρίσει την πρώτη του, ουσιαστικά, ταινία τον «Αριθμό 13».
Το στούντιο όμως έκλεισε μετά από λίγο και ο Χίτσκοκ βρέθηκε να εργάζεται ως σεναριογράφος και σχεδιαστής τίτλων στην Gainsborough Pictures.


Η αρχή της καριέρας του ως σκηνοθέτης ξεκίνησε ουσιαστικά το 1925 με την ταινία «Pleasure Garden».

Η δεκαετία που ακολούθησε για τον Χίτσκοκ ήταν εξαιρετικά δημιουργική, καθώς ο μεγάλος μετρ του σασπένς, μάς χάρισε σπουδαίες ταινίες, όπως τα «39 σκαλοπάτια», «Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά», «Σαμποτάζ».

Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ο Χίτσκοκ αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα στις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Χόλιγουντ, το 1940, οι παραγωγοί των μεγάλων στούντιο του έκλεισαν την πόρτα, γιατί πίστευαν ότι δεν θα μπορούσε να κάνει καριέρα στο χώρο.
Ρεβέκκα (1940)

Τελικά, ο μεγαλο-παραγωγός Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ του πρόσφερε ένα επταετές συμβόλαιο. Αρχικά του ανέθεσε μια ταινία για τον «Τιτανικό», αλλά τελικά το όλο εγχείρημα απορρίφθηκε και του ανέθεσε τη «Ρεβέκκα».
Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας του 1940, αλλά φυσικά το Όσκαρ πήγε στον παραγωγό της και όχι στον Χίτσκοκ.

Για τα επόμενα 20 χρόνια γύριζε τη μια ταινία μετά την άλλη, ώσπου μετά την καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του «Ψυχώ», άρχισε να σκηνοθετεί ταινίες όλο και πιο αραιά, ενώ από το 1955 προλόγιζε τηλεοπτική σειρά με τίτλο «Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει», η οποία διήρκεσε δέκα χρόνια.

Από το 1977 μέχρι και το θάνατό του, δούλευε πάνω στη δημιουργία μιας ταινίας με τίτλο «The Short Night». Μετά τον θάνατό του, ο σεναριογράφος Ντέιβιντ Φρίμαν εξέδωσε την τελική εκδοχή του σεναρίου.


Αν και προτάθηκε πέντε φορές για Όσκαρ σκηνοθεσίας, το 1941 («Ρεβέκκα»), το 1945 («Στον ίσκιο του Θανάτου/Ναυαγοί») το 1946 («Νύχτα Αγωνίας»), το 1955 («Σιωπηλός Μάρτυς») και το 1961 («Ψυχώ»), δεν το κέρδισε ποτέ.


To Κυνήγι του Κλέφτη (1955)


Άχρηστες (αλλά ενδιαφέρουσες) πληροφορίες
Γνωστή του αδυναμία ήταν η προτίμησή του στις ξανθιές πρωταγωνίστριες. Οι πιο διάσημες ηθοποιοί που σκηνοθέτησε ήταν η Τζόαν Φοντέιν, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η Μάρλεν Ντίτριχ, η Γκρέις Κέλι, η Κιμ Νόβακ, η Τζάνετ Λι, η Εύα Μαρί Σεντ, η Βέρα Μάιλς και η Τίπι Χέντρεν.

Στις περισσότερες ταινίες του πάντως έχουν συμμετάσχει και οι διασημότεροι άντρες ηθοποιοί της εποχής: Τσαρλς Λότον, Λόρενς Ολίβιε, Τζέιμς Στιούαρτ, Κάρι Γκραντ, Κλοντ Ρέινς, Γκρέγκορι Πεκ, Χένρι Φόντα, Σον Κόνερι, Μοντγκόμερι Κλιφτ και Πολ Νιούμαν.

Όταν ο Χίτσκοκ δεν πρόλαβε να αγοράσει τα δικαιώματα του βιβλίου «Οι Διαβολογυναίκες», που μετέφερε στον κινηματογράφο ο Ανρί-Ζορζ Κλουζό το 1955, ζήτησε από τους συγγραφείς, τον Πιερ Μπουαλό και τον Τομά Ναρσεζεράκ, να του γράψουν ένα διήγημα αποκλειστικά για αυτόν. Το αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο «From Among the Dead», το οποίο γυρίστηκε με τον τίτλο «Vertigo» (Δεσμώτης του Ιλίγγου).

Ο Χίτσκοκ συχνά δήλωνε ότι η αγαπημένη του ταινία ήταν «Το Χέρι που Σκοτώνει» (Shadow of a Doubt) και ότι ο Λουίς Μπουνιουέλ ήταν ο καλύτερος σκηνοθέτης όλων των εποχών.

Επίσης, ο ίδιος θεωρούσε ότι η πρώτη του ταινία αληθινά ήταν ο «Ένοικος».

Ο διάσημος ζωγράφος Σαλβαδόρ Νταλί συμμετείχε στους σχεδιασμούς της σεκάνς του ονείρου που βλέπει ο Γκρέγκορι Πεκ στην ταινία «Νύχτα Αγωνίας».

Η πρώτη έγχρωμη ταινία του ήταν «Ο Βρόχος» (Rope) το 1948, η οποία επίσης θεωρείται πειραματική και πρωτοποριακή επειδή είναι γυρισμένη εξ ολοκλήρου με μία κάμερα και χωρίς κανένα μοντάζ.

Είναι χαρακτηριστικό πως σχεδόν σε όλες τις ταινίες του, ο Χίτσκοκ έκανε την εμφάνισή του σε ρόλο κομπάρσου «cameo». Επειδή ο κόσμος, ενώ παρακολουθούσε την ταινία του, είχε συνεχώς την προσοχή του να τον εντοπίσει, ο Χίτσκοκ αποφάσισε να εμφανίζεται στα πρώτα λεπτά της ταινίας.


Πληροφορίες: Wikipedia