Είναι μόλις 25 χρόνων, και όμως, ο καναδός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός Ξαβιέ Ντολάν, έχει καταφέρει να στρέψει το ενδιαφέρον στην καλλιτεχνική του πορεία, υποχρεώνοντας τις Κάννες να τον αποχαιρετούν κάθε φορά με κάποιο βραβείο! Το κατάφερε και φέτος με την ταινία του Mommy, 5η στη σειρά, η οποία του εξασφάλισε το Βραβείο της Επιτροπής, που δόθηκε εξ ημισείας και στο Adieu au Langage του Ζαν Λικ Γκοντάρ!

«Mommy«: μια ταινία με δύναμη και extra συναισθηματισμό. Ο Ντολάν επιλέγει αυτή τη φορά να θέσει στο κέντρο της ιστορίας του έναν προβληματικό στη συμπεριφορά και κοινωνικοποίηση νεαρό και τη μητέρα του, που τον μεγαλώνει μόνη και προσπαθεί να βοηθήσει, όπως μπορεί, τον «δύσκολο» γιο της. Σεξουαλικά υπονοούμενα μεταξύ τους ίπτανται σε πολλά σημεία της ταινίας αλλά και ένα μήνυμα άπειρης αγάπης, μεταξύ τους, ακόμη κι αν αυτή πονάει αβάσταχτα.

Στο ρόλο του ατίθασου νεαρού ο Ντολάν έχει θέσει τον Αντουάν Ολιβιέ Πιλόν. Η ταινία δεν άφησε ασυγκίνητο το κοινό της αλλά και την Επιτροπή κατά την πρόσφατη προβολή της στο 67ο Φεστιβάλ των Καννών!

Η προηγούμενη ταινία του, με τίτλο, Tom a la Ferme, βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του καναδού συγγραφέα Μισέλ Μαρκ Μπουσάρ, θεωρείται η πιο ώριμη σκηνοθετικά και το θέμα της ήταν και πάλι ιδιαίτερο: ένας νεαρός πενθεί τον αγαπημένο του, ενώ συναντά την οικογένειά του, που δεν γνώριζαν τον σεξουαλικό προσανατολισμό του γιου τους.

Προβληματικές σχέσεις μέσα στην οικογένεια, κάθε φορά ιδωμένες από άλλη οπτική γωνία απασχολούν ξανά και ξανά τον νεαρό σκηνοθέτη.

Προηγούμενα, το 2012, είχαμε δει και στην Ελλάδα την ταινία του «Λόρενς για πάντα«, η οποία επίσης προβλήθηκε στις Κάννες, όχι όμως στο Διαγωνιστικό, αλλά στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα», γεγονός που τον είχε δυσαρεστήσει ιδιαίτερα. Με δηλώσεις του ο Ντολάν επιδίωξε να κάνει κάτι παραπάνω από φανερή τη δυασρέσκειά του. Έτσι άφησε το στίγμα του ως ο νεαρός φιλόδοξος σκηνοθέτης, που η αυθάδειά του προκαλεί, αφού σκηνοθετικά μόλις βγήκε από το αυγό!

Το «Λόρενς για Πάντα» μας μεταφέρει στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όπου ο Λόρενς λέει στη φίλη του, τη Φρεντ, ότι θέλει να γίνει γυναίκα. Παρά τις αντιξοότητες και παρά τις μεταξύ τους δυσκολίες, θα αντιμετωπίσουν μαζί τις προκαταλήψεις των φίλων τους, θα αγνοήσουν τις συμβουλές της οικογένειας, και θα αψηφήσουν τις φοβίες και τις συμβάσεις της κοινωνίας που παραβαίνουν. Για δέκα χρόνια θα προσπαθήσουν να ζήσουν αυτήν τη μετάβαση και θα ξεκινήσουν ένα επικό ταξίδι το οποίο, πιθανώς και εν αγνοία τους, μπορεί τελικά να κοστίσει στον Λόρενς και την Φρεντ την αγάπη που τους ενώνει.

Ο Ξαβιέ Ντολάν συνεχίζει την προκλητική θεματολογικά και κινηματογραφικά πορεία του, θεωρείται πια τρομερό παιδί του σινεμά και όλοι, είτε τον συμπαθούν είτε όχι, περιμένουν με ανυπομονησία το επόμενο βήμα του. Ένα είναι σίγουρο, ξέρει να προκαλεί το ενδιαφέρον.

Τι να πει κανείς για τον πιτσιρικά σκηνοθέτη με την αγγελική φυσιογνωμία, που τολμά να παρουσιάζει παράδοξες, αντισυμβατικές, ερωτικές ιστορίες; Το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι πως… είναι τολμηρός. Είναι η νεότητα; Είναι η ιδιοφυία που τον ξεχώρισε ή μήπως οι κινηματογραφικές του καταβολές;

Ο νεαρός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός Ξαβιέ Ντολάν γεννήθηκε στον Καναδά το 1989 και είναι γιος του γνωστού κωμικού και μουσικού Μανουέλ Ταντρός. Έκανε τα πρώτα του βήματα στην υποκριτική στα 5 του μόλις χρόνια, σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές.

Το πέρασμά του στη σκηνοθεσία έγινε το 2009 σε ηλικία μόλις 19 ετών, με την (ημι-αυτοβιογραφική) ταινία «Σκότωσα τη Μητέρα Μου», στην οποία ήταν επίσης σεναριογράφος και πρωταγωνιστής.
Η ταινία συμμετείχε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες και πέρα από τα βραβεία απέσπασε εγκώμια κοινού και κριτικών, που τον βάφτισαν παιδί-θαύμα του γαλλόφωνου κινηματογράφου.
Την αμέσως επόμενη χρονιά ο Ντολάν πήρε μέρος και πάλι στις Κάννες με την ταινία «Φανταστικές Αγάπες», μια ιστορία ερωτικού τριγώνου ανάμεσα σε νεαρούς φίλους, που κέρδισε το φεστιβαλικό κοινό.

Το «Λόρενς Για Πάντα», που επιλέχτηκε στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του τελευταίου φεστιβάλ των Καννών, είναι η τρίτη μεγάλου μήκους του νεαρού σκηνοθέτη.

Διαβάστε παλιότερη συνέντευξη του σκηνοθέτη για την ταινία «Λόρενς για Πάντα».

Στην τρίτη σας ταινία επιλέξατε να πλαισιωθείτε με πολύ πιο πεπειραμένους καλλιτέχνες σε ό,τι αφορά το σχεδιασμό παραγωγής και την κινηματογράφηση. Ήταν μια απόφαση στην οποία σας ώθησε το αυξημένο budget της ταινίας «Λόρενς για Πάντα», η οποία κόστισε οχτώ φορές περισσότερα από το «Σκότωσα την Μητέρα μου»;

Όχι καθόλου. Πολύ απλά με ενθουσιάζει η ιδέα να δουλεύω με ταλαντούχους ανθρώπους, είτε αυτοί είναι τεχνικοί είτε καλλιτέχνες είτε οπερατέρ και αυτό που με ενδιαφέρει σε αυτούς δεν είναι ούτε οι αδυναμίες τους ούτε τα Εγώ τους αλλά το ένστικτό τους, το γούστο τους και η τεχνογνωσία τους. Από την μία ταινία στην άλλη δημιουργείς μια ομάδα. Ορισμένοι μένουν, άλλοι φεύγουν. Ήθελα να δουλέψω με τον κινηματογραφιστή Υves Belanger εδώ και πολύ καιρό. Είναι επικοινωνιακότατος, παθιασμένος και καλλιεργημένος. Η Anne Prichard, υπεύθυνη σχεδιασμού παραγωγής, είναι τόσο δημιουργική και τόσο εκλεπτυσμένη. Στο παρελθόν, έχει συνεργαστεί με σκηνοθέτες όπως ο Louis Malle και ο De Palma. Δεν θα την αφήσω να φύγει. Και ο Francois Barbeau, ο οποίος σχεδίασε οχτώ από τα κοστούμια της ταινίας, είναι μια ιδιοφυΐα, από τον οποίο έχω να μάθω τα πάντα.

Θα ήταν ηλίθιο να νιώθει κανείς μειονεκτικά απέναντι σε ανθρώπους που έχουν τόσο μεγάλη πείρα να προσφέρουν και να μοιραστούν. Μαζί, μπορούμε να κάνουμε μια ταινία καλύτερη, να την μεταμορφώσουμε, να την κάνουμε να αναπτυχθεί ή να συσταλεί ως την τελευταία της λεπτομέρεια. Ειλικρινά, συνήθως δεν τα πηγαίνω τόσο καλά με ανθρώπους της ηλικίας μου. Είναι κάτι σαν αθέλητη σταθερά στη ζωή μου. Φοβάμαι ότι δεν θα αντιμετώπιζα με σεβασμό έναν κινηματογραφιστή που θα ήταν 25 ή και 30 ετών. Με τους, Belanger, Prichard και Barbeau, η ευφυΐα και η πείρα είναι τόσο προφανή που, κατά κάποιον τρόπο, είσαι αναγκασμένος να ακούσεις, να ενστερνιστείς και στην τελική…να το βουλώσεις.

Παράλληλα με τη συγγραφή του σεναρίου και την σκηνοθεσία της ταινίας, έχετε σχεδιάσει επίσης τα κουστούμια αλλά και μέρος του μοντάζ. Αυτή σας η πολυπραγμοσύνη σημαίνει ότι τείνετε προς ενός είδους κινηματογράφησης με επίκεντρο τον εαυτό σας;

Με επίκεντρο τον εαυτό μου;… Ε, ναι. Ταξίδι στο κέντρο του εαυτού μου. Ε, ναι λοιπόν! Η προσέγγισή μου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ενασχόληση μου με πολλά διαφορετικά πράγματα. Αλλά είναι αρνητικό αυτό; Και πάντα σταματάω, όταν ξέρω ότι έχω ξεπεράσει κάποια όρια. Το σινεμά είναι η 7η Τέχνη, συνοψίζει τις άλλες έξι. Η μόδα, φυσικά, είναι το αποξεχασμένο παιδί της ιστορίας. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ, ότι πρέπει να ενδιαφέρεσαι για όλα προκειμένου να τα κατανοήσεις. Μαθαίνω, λίγο λίγο, να διαχειρίζομαι τρεις ή τεσσερις Τέχνες και είμαι ιδιαιτέρως ενθουσιασμένος που μπορώ να ενσωματώσω και τις άλλες χωρίς να το κάνω ο ίδιος.

Εξάλλου, έχω επιλέξει την πιο απαιτητική από όλες τις Τέχνες και έτσι η ενασχόληση μου με πολλά πράγματα δείχνει λογική και ασχέτως αν μια ταινία αποτελεί τη σύλληψη ενός ανθρώπου που στη συνέχεια, όμως, σφυρηλατείται συλλογικά. Μετά από μια προβολή της ταινίας Φανταστικές Αγάπες στο Βέλγιο, μια γυναίκα με πλησίασε και μου είπε ότι αν συνεχίσω να κάνω τα πάντα στις ταινίες μου διακινδυνεύω, να τις οδηγήσω σε ασφυξία, ενώ, παράλληλα, στερώ από τον εαυτό μου το ταλέντο των άλλων αλλά και από τους άλλους το δικαίωμα να κερδίσουν τη ζωή τους. Γενικώς, δεν έβλεπε με πολύ καλό μάτι την έννοια του ατομικισμού.

Της απάντησα ότι αυτό που έχουν να κάνουν όλοι οι άλλοι οι άνθρωποι είναι να φτιάξουν τις δικές τους ταινίες και ότι όταν δουλεύω τη δική μου ταινία, είμαι ελεύθερος να ασχοληθώ με ό,τι μου εξάπτει το ενδιαφέρον, ειδικά αν πιστεύω ότι έχω κάποιο ταλέντο ή κάτι από τον εαυτό μου να προσφέρω. Τα κοστούμια και το μοντάζ είναι δύο πολύ διαφορετικοί τομείς και τους ανέλαβα ακριβώς γιατί είμαι παθιασμένος μαζί τους. Ένας ζωγράφος δεν χρησιμοποιεί μεσάζοντα, ειδικό στα χρώματα για να επιλέξει τα χρώματα του, ειδικό στην υφή, ειδικό σύμβουλο που θα του υποδείξει την τεχνική, κάποιον για να του καθαρίζει τα πινέλα και κάποιον που θα του στήσει το καβαλέτο. Το σινεμά ως διαδικασία απαιτεί τη συνεργασία μεταξύ καλλιτεχνών. Ωστόσο, μια ταινία θα παραμένει πάντα, ιδανικά, δημιούργημα ενός ανθρώπου, ενός δημιουργού.

Ποιες ήταν οι επιρροές σας για αυτήν την ταινία;

Στην διαδικασία προετοιμασίας της ταινίας, αγόρασα ντουζίνες περιοδικά και βιβλία πάνω στην τέχνη και τη φωτογραφία από το ΜΟΜΑ και εξειδικευμένα καταστήματα σε Νέα Υόρκη και Μόντρεαλ. Πήρα εκατοντάδες περιοδικά μόδας και σχετικά αφιερώματα από το eBay και το Amazon προκειμένου να κάνω έρευνα για τα κοστούμια. Θα έλεγα ότι η Nan Goldin, ήταν μία από τις επιρροές μου μαζί όμως με εκατοντάδες άλλους φωτογράφους τα ονόματα των οποίων δεν μπορώ να θυμηθώ. Αλλά και ο Matisse, η Tamara de Lempicka, o Chagall, o Picasso, o Monet, o Bosch, o Seurat, o Mondrian (για το κάδρο), ο Klimt (για την κωδικοποίηση των χρωμάτων, τη χρωματική ομοιομορφία ορισμένων τμημάτων της ταινίας: η καφέ περίοδος, η χρυσή περίοδος, η μωβ περίοδος).

Όσον αφορά τις κινηματογραφικές μου επιρροές υπάρχει μια πολύ σύντομη αλλά και πολύ εμπεριστατωμένη αναφορά στον Marlon Brando και στο Λεωφορείον ο Πόθος ενώ αξιοποίησα διαδοχικά ευρεία πλάνα, εμπνευσμένος από τη δουλειά του Jonathan Demme στη Σιωπή των Αμνών (ελάχιστη προοπτική, σταθερή κάμερα, η αίσθηση του ότι παρακολουθείσαι, πολύ κοντινή λήψη). Και σχετικά με το ρυθμό και τη φιλοδοξία, εμπνεύστηκα από τον Τιτανικό του James Cameron. Σε κάθε περίπτωση ό,τι διαβάζω, ό,τι βλέπω ή ακούω αποτελεί πηγή έμπνευσης για μένα, ανεξαρτήτως αν είναι ή όχι, του γούστου μου- νομίζω ότι αυτό είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό. Καθετί όμορφο και ολοκληρωμένο που μας περιστοιχίζει, θα έπρεπε, θεωρητικά, να μας εμπνέει αυθόρμητα με λέξεις και εικόνες. Και δεν έχω απολύτως κανένα κόμπλεξ/σύμπλεγμα με αυτό, διότι ξέρω ότι αυτό που με εμπνέει δεν λειτουργεί απαραίτητα και ως επιρροή. Απλώς με παρακινεί. Είναι ο θαυμασμός για οτιδήποτε έχει επιρροή πάνω μας, φιλτραρισμένος από το σύμπαν, τα όνειρά μας, τη γλώσσα μας, τη γενιά μας, τις αξίες μας, τις πληγές μας, τις φαντασιώσεις μας…

Αυτό που προκύπτει είναι συχνά διαμετρικά αντίθετο από το αυτό που έδωσε το ερέθισμα, σε σημείο που οι όποιες επιρροές της έμπνευσης είναι πραγματικά αγνώριστες. Είναι κάτι σαν το χαλασμένο τηλέφωνο της φαντασίας. Εξάλλου, όλα έχουν ξαναγίνει. Έχω πολλές και διαφορετικές φιλοδοξίες ως κινηματογραφιστής, αλλά ποτέ δεν θα ισχυριστώ ότι εφηύρα ένα νέο στυλ, μια νέα σχολή ή ένα νέο τρόπο σκέψης. Από το 1930 όλα έχουν γίνει και ξαναγίνει. Και τώρα; Αποφάσισα λοιπόν ότι η δουλειά μου είναι να διηγηθώ μια ιστορία και να τη διηγηθώ καλά, δίνοντάς της την κατεύθυνση που της ταιριάζει. Τα υπόλοιπα, είτε πρόκειται για προϊόν έμπνευσης είτε κλοπής, είναι μια απλή απόδειξη ότι τίποτα δεν είναι δυσκολότερο από την υλοποίηση μιας ιδέας.

Μετάφραση: Αναστασία Κοντογιάννη
Επιμέλεια κειμένου: Τζένη Παπαγεωργίου