93

«Μία Ευρώπη που γερνάει», παρουσιάζουν τα στοιχεία της ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας Eurostat, για τις δημογραφικές εξελίξεις στην ΕΕ, έως το 2050, που δόθηκαν την Παρασκευή στη δημοσιότητα.

Το 2050 το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών θα αυξηθεί στην ΕΕ από το 17% του πληθυσμού που είναι σήμερα, σε 29%. Ειδικά για την Ελλάδα το ποσοστό αυτό θα αυξηθεί από 19% σήμερα, σε 31% το 2050, ενώ η κατάσταση για τη χώρα μας επιδεινώνεται από την ήδη επιβαρυμένη αναλογία συνταξιούχων/εργαζομένων.

Όπως καταδεικνύουν τα στοιχεία, οι δημογραφικές εξελίξεις «απειλούν» την κοινωνικο-οικονομική ισορροπία της ΕΕ και επομένως καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για εφαρμογή κατάλληλων και αποτελεσματικών πολιτικών για Ασφαλιστικό, ανεργία, απασχόληση, άμβλυνση κοινωνικών ανισοτήτων.

Ιδιαιτέρως πιεστικά δε εμφανίζονται τα χρονικά περιθώρια για χώρες που αντιμετωπίζουν εντονότερα προβλήματα, όπως η Ελλάδα.

Ειδικότερα, στην ΕΕ, σήμερα αντιστοιχούν περίπου τέσσερεις εργαζόμενοι ανά συνταξιούχο, ενώ το 2050 θα αντιστοιχούν δύο εργαζόμενοι ανά συνταξιούχο, καθώς το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών θα αυξηθεί από το 17% του πληθυσμού, που είναι σήμερα, στο 29% το 2050.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, το 2008 οι άνω των 65 ετών αντιπροσωπεύουν το 19% του πληθυσμού, ποσοστό που τείνει να αυξηθεί στο 31%, έως το 2050.

Επιπλέον, στην Ελλάδα η αναλογία συνταξιούχων προς εργαζομένους (ή ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων που ορίζεται ως το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 ως προς το ποσοστό του πληθυσμού από 15 έως 64 ετών) είναι ο τρίτος υψηλότερος μεταξύ των χωρών της ΕΕ, μετά την Ιταλία και τη Γερμανία.

Σύμφωνα με τη Eurostat, ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων στην Ελλάδα είναι 0,28 (0,25 στην ΕΕ των 27), γεγονός το οποίο σημαίνει ότι για κάθε συνταξιούχο αντιστοιχούν λιγότερο από τέσσερεις εργαζόμενοι.

O δείκτης αυτός εκτιμά η Eurostat, θα αυξηθεί στο 0,57 ως το 2050 στην Ελλάδα (0,50 στην ΕΕ των 27), δηλαδή για κάθε άτομο άνω των 65 ετών, θα αντιστοιχούν λιγότερο από δύο εργαζόμενοι.

Εξάλλου, σε ό,τι αφορά το δείκτη απασχόλησης για τα άτομα από 55 έως 64 ετών, το 2007 στην Ελλάδα εργαζόταν περίπου το 27% των γυναικών (έναντι 37% στην ΕΕ των 27) και το 42% των ανδρών (έναντι 45% στην ΕΕ των 27).

Επιπλέον, στην Ελλάδα εργάζονται το 5% των γυναικών και το 17% των ανδρών άνω των 65 ετών. Τα αντίστοιχα ποσοστά στην ΕΕ των 27 είναι 7% για τις γυναίκες και 13% για τους άνδρες.

Σε ό,τι αφορά το δείκτη απασχόλησης για τις Ελληνίδες, ηλικίας 25 έως 54 ετών έχει αυξηθεί από 43,6% το 1985, σε 47,1% το 1990, σε 49% το 1995 και σε 53% το 2000. Το 2005 ο δείκτης απασχόλησης για τις γυναίκες στην Ελλάδα έφτασε το 58,5%, έναντι 69,2% στην ΕΕ των 27.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2006, περίπου το 38% των οικογενειών με τρία ή περισσότερα παιδιά στην Ελλάδα, είχαν εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας (έναντι 28% στην ΕΕ των 25).

Επίσης, κοντά στο όριο της φτώχειας βρίσκονται στην Ελλάδα το 30% των μονογονεακών οικογενειών (έναντι 32% στην ΕΕ των 25) και περίπου το 23% των παιδιών έως 18 ετών (έναντι 19% στην ΕΕ των 25).

Τέλος, σύμφωνα με στοιχεία του 2005, η Ελλάδα έχει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό γεννήσεων εκτός γάμου (5,1%), μετά την Κύπρο (4,4%). Μετά την Ελλάδα το χαμηλότερο ποσοστό γεννήσεων εκτός γάμου έχει η Ιταλία (15,4%) και η Πολωνία (18,5%).

Τα υψηλότερα ποσοστά σημειώνονται στην Εσθονία (58,5%), στη Σουηδία (55,4%) και στη Βουλγαρία (49%). Επίσης, στην Ελλάδα συμβιώνουν μόλις το 3% των ανύπαντρων ζευγαριών, άνω των 20 ετών. Τα χαμηλότερα ποσοστά σημειώνονται στην Κύπρο (1%) και στην Πολωνία (2%), ενώ τα υψηλότερα στην Φιλανδία και τη Δανία (22%).

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ-ΜΠΕ