95

Με την ελπίδα ότι θα έχει ομαλοποιηθεί έως έναν βαθμό η πρωτοφανής για τα μεταπολεμικά χρονικά χρηματοπιστωτική κρίση ή ότι, έστω, θα έχει διαφανεί σαφέστερα ο χρονικός ορίζοντας της διάρκειάς της, οι υπουργοί Οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα κληθούν τον Νοέμβριο να εξειδικεύσουν το πλαίσιο των αποφάσεων που έλαβε η σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλες.

Έως τότε, επείγει να θωρακιστεί το πιστωτικό σύστημα, προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις στις πραγματικές οικονομίες των κρατών- μελών καθώς, η έλλειψη ρευστότητας και η άνοδος των διατραπεζικών επιτοκίων οδηγούν τις τράπεζες στη μετακύλιση του επιπλέον κόστους στην κατανάλωση. Τα υψηλά επιτόκια χορηγήσεων επιβαρύνουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αποδυναμώνοντας την ανάπτυξη, επιδεινώνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και αυξάνοντας τους κινδύνους στασιμότητας.

Προς το παρόν, εάν εξαιρεθούν οι έντονες χρηματιστηριακές πιέσεις, το σχέδιο θωράκισης του πιστωτικού συστήματος δείχνει να αποδίδει, με δεδομένο ότι παρουσιάστηκαν τάσεις αποκλιμάκωσης των διατραπεζικών επιτοκίων. Η επαναφορά ρευστότητας στο σύστημα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αποκλιμακώνονται και οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου, βοηθά στην ανάπτυξη και περιορίζει σε ένα βαθμό τον κίνδυνο στασιμότητας ή ακόμη και ύφεσης.

Ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, μετά το σχέδιο νόμου για την ελάφρυνση των δανειοληπτών οι οποίοι πρώτοι από όλους βίωσαν την άνοδο των επιτοκίων-, την πολιτική δέσμευση για το σύνολο των καταθέσεων, αλλά και τη νομοθετική αύξηση του ελάχιστου ορίου εγγύησης καταθέσεων από τις 20.000 ευρώ στις 100.000 ευρώ, η κυβέρνηση παρουσίασε σχέδιο θωράκισης του εγχώριου πιστωτικού συστήματος και κατ επέκταση θωράκισης της οικονομίας.

Μέσω του σχεδίου δίδεται η δυνατότητα ενίσχυσης της ρευστότητας των τραπεζών, με ένα ποσό που συνολικά φτάνει έως τα 28 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2009. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα αποκτούν τη δυνατότητα να έχουν επαρκή κεφάλαια για να καλύπτουν τις ανάγκες για ανάπτυξη της οικονομίας, χορηγώντας επαρκή δάνεια στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις. Αυτή, άλλωστε, θα είναι πλέον η βασική πηγή χρηματοδότησης των τραπεζών, καθώς έκλεισαν οι «κρουνοί» άντλησης κεφαλαίων από το Χρηματιστήριο. Είναι, εν προκειμένω, χαρακτηριστικό ότι, ενώ το οκτάμηνο του 2008 οι τράπεζες είχαν αντλήσει από το Χρηματιστήριο 519 εκατ. ευρώ, φέτος το αντίστοιχο διάστημα η άντληση (σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος) είναι μηδενική.

Η αυξημένη ρευστότητα στο σύστημα, μπορεί να οδηγήσει εκ νέου σε μείωση των διατραπεζικών επιτοκίων και κατ επέκταση των επιτοκίων, με τα οποία δανείζονται τα νοικοκυριά (για στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια) και οι επιχειρήσεις. Η μείωση της μηνιαίας δόσης θα σημαίνει για τα νοικοκυριά ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματός τους, ενώ αντίστοιχα, η μείωση του επιτοκίου δανεισμού για τις επιχειρήσεις λειτουργεί προς όφελος των επενδύσεων.

Όπως έχει αποσαφηνιστεί από το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, αλλά και από την Τράπεζα της Ελλάδος, το όλο σχέδιο δεν συνιστά «λευκή επιταγή» προς τις τράπεζες.

Αφενός προβλέπονται ασφαλιστικές δικλείδες ώστε να μην υπάρχει κόστος για τον φορολογούμενο και αφετέρου οι τράπεζες θα εποπτεύονται στενά από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αλλωστε, στην περίπτωση που το Δημόσιο συμμετάσχει στο κεφάλαιο μίας τράπεζας για να τη στηρίξει, θα έχει, πέραν των χρηματικών ανταλλαγμάτων (προμήθεια, απόδοση μερίσματος, κ.λπ.- ώστε τα έσοδα για το Δημόσιο από τις πηγές αυτές, εφόσον γίνει πλήρης χρήση από τις τράπεζες και των 28 δισ. ευρώ, να φτάσουν στα 500 εκατ. ευρώ) και εξασφαλίσεις από τα στοιχεία του ενεργητικού των τραπεζών. Μέσω του επιτρόπου, δηλαδή του εκπροσώπου του Δημοσίου στο διοικητικό συμβούλιο των τραπεζών που εντάσσονται στο πρόγραμμα στήριξης, εφαρμόζει σχέδιο εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι υπάρχει το δικαίωμα αρνησικυρίας για τις αποδοχές των στελεχών των τραπεζών, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν τις αποδοχές του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος.

Τα επόμενα βήματα

Το επόμενο βήμα, μετά τη θωράκιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, θα είναι πλέον δύσκολο τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε ελληνικό επίπεδο.

Οι κυβερνήσεις των «27» πρέπει να προχωρήσουν σε κινήσεις που θα απομακρύνουν άπαξ δια παντός τον κίνδυνο της οικονομικής ύφεσης. Πόσο μάλλον, που οι φθινοπωρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου αναμένονται δυσοίωνες όσον αφορά την ανάπτυξη σε σχέση με τις εαρινές.

Οι κινήσεις αυτές θα σημαίνουν τρόπον τινά και χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης όσον αφορά την κατά γράμμα εφαρμογή των κανόνων του. Το ανώτατο όριο του 3% του ΑΕΠ για το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει, αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εξαντλεί πλήρως τα περιθώρια ελαστικότητας για την επιβολή καθεστώτος επιτήρησης. Δεν θα υπάρχουν επιπτώσεις για τις χώρες στις οποίες θα καταγράφεται μικρή υπέρβαση του ορίου, η οποία όμως θα οφείλεται σε αύξηση των δημοσίων δαπανών (π.χ. χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων) για την ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας και την αντιμετώπιση της κρίσης.

Το γεγονός αυτό λειτουργεί θετικά και για την ελληνική οικονομία, η οποία επιπροσθέτως έχει επιπλέον πλεονεκτήματα: Τους έως σήμερα κατά πολύ υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, την πλήρη αξιοποίηση του επενδυτικού νόμου- με τις επιχορηγήσεις έως και 60% της επένδυσης- καθώς και τις Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, μέσω των οποίων υπολογίζεται ότι την επόμενη τριετία θα κινητοποιηθούν κεφάλαια ύψους 4 δισ. ευρώ.

Εξάλλου, όπως ανακοίνωσε στις Βρυξέλλες ο Τσαρλς Μακρίβι, επίτροπος της ΕΕ αρμόδιος για την εσωτερική αγορά, η Κομισιόν σκοπεύει ως το τέλος του έτους να κάνει προτάσεις για για τον έλεγχο των κινδύνων στην πιστωτική αγορά παραγώγων, ύψους 60 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ-ΜΠΕ