Με τούτα και με κείνα, να που φτάσαμε στο δέκατο τέταρτο άλμπουμ των Bad Seeds. Περνάνε τα χρόνια. Ο Cave, όμως, σταθερή αξία. Ό,τι και αν του καταλογίσεις, δεν μπορείς παρά να παραδεχτείς ότι αγαπάει ειλικρινά τη μουσική και ότι μία από τις μεγάλες χαρές της ζωής του είναι να γράφει και να ερμηνεύει τραγούδια.
Τα βασικά συστατικά παραμένουν: η βαθιά, βαρύτονη φωνή, το εμπνευσμένο, καταιγιστικό λεκτικό παιχνίδι των στίχων και οι ανατρεπτικές εξιστορήσεις, η άντληση έμπνευσης από τα θρησκευτικά κείμενα (το νέο άλμπουμ αναπλάθει την ιστορία της ανάστασης του Λαζάρου μεταφέροντας τη δράση στη Νέα Υόρκη του σήμερα), η φινέτσα και το παράστημα, το goth-rock προφίλ, η χιουμοριστική συνιστώσα και, ασφαλώς, η συνοχή, η εκφραστική οικονομία και οι αβίαστες μεταπτώσεις ύφους των Bad Seeds, μιας από τις καλύτερες συνοδευτικές rock μπάντες στον κόσμο σήμερα (έστω και με τον Blixa Bargeld απόντα).
Υπάρχουν όμως και διαφορές. Μια πρώτη αφορά στον πιο επεξεργασμένο από ηχητική άποψη χαρακτήρα του άλμπουμ, ο οποίος συνδυάζει την ανυπαρξία συνθετικών στερεότυπων με μια έφεση σε λούπες, εφέ και αναπάντεχες αναπτύξεις και ενορχηστρωτικές επιλογές, στην υπηρεσία ενός ευρύτερου αιτήματος για δημιουργία μουσικής πιο αφαιρετικής και πολυεπίπεδης.
Μια δεύτερη διαφορά εντοπίζεται στην πιο αποστασιοποιημένη φωνητική ερμηνεία, με μια «ουδετερότητα» στην εκφορά της που ή έχει να κάνει με την ηλικία (ας μην ξεχνάμε ότι ο Cave είναι πια πενηντάρης) ή είναι αποτέλεσμα μιας επιλογής του να εκφράζει στο εξής τις πιο σκληρές και ωμές ηχητικές του αναζητήσεις μέσω των Grinderman.
Την παραγωγή συνυπογράφουν οι Cave, Bad Seeds και Nick Launay (συνεργάτης στο παρελθόν των Gang Of Four, P.I.L. και Birthday Party που είχε επίσης επιμεληθεί το εξαίρετο «Abattoir Blues/The Lyre Of Orpheus» του 2004).
Το «Dig!!! Lazarus Dig!!!» είναι ένα άλμπουμ που αξίζει να ακούσετε. Και αν από όσα ήδη διαβάσατε παραπάνω δεν έγινε φανερό, σίγουρα θα γίνει με τα λόγια του ίδιου του Cave, ο οποίος περιγράφει το νέο του άλμπουμ ως «μια αιμορραγία από λέξεις και ιδέες».