96

Ο αγροτικός τομέας της Ελλάδας διαθέτει την ικανότητα να ανταγωνίζεται επιτυχώς τους αγροτικούς τομείς των βαλκανικών χωρών επιδεικνύοντας έτσι ανταγωνιστική υπεροχή, με βάση τις εκτιμήσεις του μεριδίου αγροτικών εξαγωγών και τη διείσδυση των αγροτικών εισαγωγών.

Ο βαθμός ανταγωνιστικής υπεροχής είναι μεγάλος στην περίπτωση της Αλβανίας και της ΠΓΔΜ και μικρότερος στις περιπτώσεις της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Σερβίας-Μαυροβουνίου, όπως αναφέρεται σε μελέτη του ΚΕΠΕ για το αγροτικό εμπόριο Ελλάδας-Βαλκανικών χωρών.

Εν τω μεταξύ, μέτρα για ανταγωνιστική στρατηγική προτείνει το ΚΕΠΕ μεταξύ των οποίων η θέσπιση και η οργάνωση φορέων εξαγωγών αγροτικών προϊόντων, η χρησιμοποίηση ποιοτικά ανώτερης τεχνολογίας παραγωγής και η κάθετη ολοκλήρωση της προσφοράς εισροών και της γραμμής παραγωγής.

Επιπρόσθετα, προτείνει την εκμετάλλευση των οικονομιών κλίμακας στην παραγωγή και στο μάρκετινγκ, την ανανέωση των εργοστασιακών εγκαταστάσεων και την πρώιμη υιοθέτηση νέων τεχνολογιών καθώς επίσης και ανάπτυξη καινοτομιών.

Μελέτη για το αγροτικό εμπόριο Ελλάδας – Βαλκανίων

Στη μελέτη αυτή εκτιμάται και αξιολογείται η ανταγωνιστική ικανότητα του αγροτικού τομέα της Ελλάδας έναντι πέντε βαλκανικών χωρών (Αλβανία, Βουλγαρία, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, Σερβία-Μαυροβούνιο και Ρουμανία).

Από την περιγραφή και την ανάλυση των αγροτικών οικονομιών των ανωτέρω πέντε βαλκανικών χωρών προκύπτει ότι, γενικά, το μέγεθος των οικονομιών τους είναι σχετικά μικρό, ο βαθμός ανοίγματός τους έναντι της Ελλάδας είναι επίσης μικρός και η παραγωγικότητα των αγροτικών τους τομέων είναι χαμηλότερη της ελληνικής.

Κύριο χαρακτηριστικό του εξωτερικού εμπορίου αγροτικών προϊόντων είναι ότι η Βουλγαρία και η Ρουμανία περιλαμβάνονται μεταξύ των μεγαλύτερων εμπορικών εταίρων της Ελλάδας, ενώ το εξωτερικό εμπόριο με την ΠΓΔΜ και τη Σερβία-Μαυροβούνιο αναπτύσσεται ικανοποιητικά.

Η χώρα μας υπερέχει έναντι και των πέντε βαλκανικών χωρών στα εξής προϊόντα φυτικής παραγωγής: φρέσκα φρούτα, βαμβάκι, καπνό και ποτά. Η Ρουμανία και κυρίως η Βουλγαρία υπερέχουν στην ξυλεία και σε προϊόντα ζωικής προέλευσης, δηλαδή γαλακτοκομικά, κρέατα και ζώντα ζώα.

Η ανταγωνιστική ικανότητα του αγροτικού τομέα της Ελλάδας έναντι (α) της Αλβανίας είναι απόλυτη στα φρέσκα λαχανικά, τα ποτά και το βαμβάκι, (β) της Βουλγαρίας είναι σχετική στα γαλακτοκομικά και στα φρέσκα φρούτα, (γ) της Ρουμανίας παρουσιάζει απώλεια στα κρέατα, τα γαλακτοκομικά και τα φρέσκα λαχανικά.

Της ΠΓΔΜ (δ) παρουσιάζει μερική απώλεια στα κρέατα, τα φρέσκα λαχανικά και τα ποτά και (ε) της Σερβίας-Μαυροβούνιου μερική απώλεια στα ζώντα ζώα, τα φρέσκα φρούτα τα δέρματα και την ξυλεία.

Την ίδια ώρα, ο Οργανισμός του ΟΗΕ για τα Τρόφιμα και τη Γεωργία, FAO, προτείνει να πληρώνονται οι αγρότες για να προστατεύουν το περιβάλλον.

Στην ετήσια έκθεσή του που δόθηκε στη δημοσιότητα στη Ρώμη, ο FAO σημειώνει ότι η γεωργία μπορεί να προκαλέσει είτε την υποβάθμιση είτε τη βελτίωση των εδαφών, των υδάτινων πόρων, του αέρα και των βιολογικών πηγών.

Όλα εξαρτώνται από τις αποφάσεις που λαμβάνουν περισσότερα από 2 δισ άνθρωποι που ζουν από τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία ή την εκμετάλλευση των δασών, υπογραμμίζει.

Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι οι αγρότες είναι οι κύριοι διαχειριστές των φυσικών πηγών του κόσμου, καθώς εκμεταλλεύονται σχεδόν 50 δισ στρέμματα σε συνολική επιφάνεια περίπου 130 δισ στρεμμάτων.

«Η πρόκληση είναι να πειστούν οι αγρότες να περιορίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις του τρόπου παραγωγής τους ανταποκρινόμενοι παράλληλα στην αυξανόμενη ζήτηση διατροφικών προϊόντων», σημειώνει ο οργανισμός στην έκθεσή του για το 2007.

Επίσης, ο FAO τάσσεται υπέρ της λήψης «μέτρων για να παρακινηθούν οι αγρότες προς αυτή την κατεύθυνση» και κρίνει ότι η πληρωμή των υπηρεσιών για την προστασία του περιβάλλοντος «μπορεί να είναι ένας χρήσιμος μηχανισμός».

Οι πληρωμές αυτές θα αποσκοπούν στη βελτίωση του εισοδήματος των αγροτών που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο περιβάλλον.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ-ΜΠΕ