Push The Button – Κριτική
Επιστροφή των Tom Rowlands και Ed Simons με το πέμπτο κατά σειρά άλμπουμ τους «Push The Button». Εδώ και έντεκα χρόνια το ντουέτο καταφέρνει να κατακτά με κάθε νέα κυκλοφορία του την κορυφή του πίνακα επιτυχιών, κάτι στο οποίο κατόρθωσαν να τους συναγωνιστούν μόνο ηλεκτρονικά σύνολα, όπως οι Orbital, Prodigy και Underworld. Εδώ ακριβώς τίθεται το καίριο ερώτημα για κάθε μυημένο στο συγκεκριμένο ήχο: Είναι η επιτυχία αποτέλεσμα πρωτοτυπίας και νέας προοπτικής στην έκφραση ή απλώς ακολουθεί τα σημεία και της επιταγές της εκάστοτε μόδας;
Η περίπτωση των Chemical Brothers κατά το μεγαλύτερο μέρος επαληθεύει το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, τουλάχιστον όσον αφορά στα τρία πρώτα άλμπουμ τους. Με το ντεμπούτο τους, «Exit Planet Dust», κατάφεραν να κερδίσουν κάτι πολύ σημαντικό για την αναγνώριση του ήχου τους, μια νέα ορολογία στην dance κουλτούρα, τον ήχο του Big Beat· ένα νέο αμάλγαμα από breaks, rock ψυχεδέλεια, hip-hop και δημιουργική χρήση των sample. Η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία για έναν καλλιτέχνη είναι να αναγνωρίζεται ο ήχος του ως προσωπικός και ξεχωριστός από τους υπόλοιπους, κάτι που πέτυχαν από το πρώτο κιόλας άλμπουμ τους. Τα δύο ακόλουθα, «Dig Your Own Hole» (1996) και «Surrender» (1999), ήταν επίσης ενδιαφέροντα και σημαντικά. Επανέλαβαν τη φόρμουλα του ντεμπούτο με μεγάλη επιτυχία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν απλές αντιγραφές του.
Εκεί που το πράγμα άρχισε να κολλάει και το ενδιαφέρον να περιορίζεται ήταν με την τέταρτη κυκλοφορία τους, το «Come With Us» του 2002. Με εξαίρεση τα επιτυχημένα σινγκλ «Star Guitar», «Africa» και «The Test», το υπόλοιπο άλμπουμ ήταν χλιαρό, αδιάφορο και χωρίς εστίαση.
Εκεί, λοιπόν, που το «Come With Us» άφησε υπόνοιες για ένα τέλμα των Chemical Brothers, έρχεται το «Push The Button» για να ξαναβάλει τα πράγματα σε τάξη. Αν νομίζετε όμως ότι πρόκειται για έναν ακόμη δίσκο με επιτυχίες έτοιμες να κυριεύσουν τα dancefloor, μάλλον θα απογοητευτείτε. Η συγκεκριμένη περίπτωση αφορά στην πιο ώριμη δουλειά τους, όπου όλες τους οι επιρροές αποκαλύπτονται με τον πιο δημιουργικό τρόπο.
Το άλμπουμ ξεκινά με το σινγκλ «Galvanize» που, αν και κατά τη γνώμη μας δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καταφέρνει να αναδείξει έξυπνα το ανατολίτικο στοιχείο που φαίνεται να έχει ζήτηση στη μουσική βιομηχανία τα τελευταία τρία τουλάχιστον χρόνια. Το «The Boxer», με φωνητικά από τον Tim Burgess, φλερτάρει με rock πιάνα και φιλτραρισμένες κιθάρες, κάτι μεταξύ T-Rex και disco beat. Η συνταγή του «Believe», που μάλλον θα κυριαρχήσει στα electro πάρτι, στηρίζεται σε EBM, industrial παραμόρφωση και punk φωνητικά από τον Kele Okereke. Ακολουθεί το μελωδικό house-rock «Hold Tight London», με τη φωνή της Anne Williams να σαγηνεύει. Ισχυρές δόσεις από funk και groovy μπάσο στο «Come Inside», που σε παλαιότερους θα θυμίσει το «White Lines» στην εκτέλεση των Duran Duran. Φωνητικά από τον Anwar Superstar και hip-hop προσανατολισμός χαρακτηρίζουν το «Left Right», ενώ indie rock και ψυχεδέλεια το «Close Your Eyes». Έκπληξη αποτελεί ο Fat Boy Slim, που βάζει το χεράκι του στο «Shake Break Bounce», με bongos και λάτιν κιθάρες να διανθίζουν το μενού της συνεργασίας. Φινάλε με τα «Marvo Ging» και «Surface To Air», που θυμίζουν περισσότερο τον παλιό εαυτό των Chemical Brothers.
- Συνταξιούχοι: Τα 4+1 νέα μέτρα ενίσχυσης
- Ο Βλαντίμιρ Πούτιν ως ο Τζέιμς Μποντ της Ρωσίας; – Πώς ο δυτικός κινηματογράφος αναπαράγει τον μύθο του Κρεμλίνου
- Τι κρύβεται πίσω από την απιστία;
- ΕΝΦΙΑ: Τα 18+1 μυστικά για να «κλειδώσετε» έκπτωση έως 20%
- «Πόσο χρεώνει το ΑΦΜ;» – Πρόσωπα από διαλόγους του ΟΠΕΚΕΠΕ τοποθετήθηκαν ξανά σε θέσεις ευθύνης
- Πώς θα ειναι η αγορά εργασίας σε Ελλάδα και ΕΕ το 2040; Τρεις εμπειρογνώμονες απαντούν στο in




