Η έναρξη της δεκαετίας του ’70 βρήκε τον μόλις 24χρονο Eric Clapton σε μια κατάσταση γενικής σύγχυσης και απόγνωσης. Μέλος των θρυλικών συγκροτημάτων των Yardbirds, των John Mayall’s Bluesbreakers, των Cream και των Blind Faith, είχε ήδη από το 1963 αποκτήσει το παρατσούκλι «Slowhand» για τις μαγικές του ικανότητες στην κιθάρα, ενώ είχε προλάβει να συνεργαστεί και να παίξει σε δίσκους των Sonny Boy Williamson, Otis Rush, Jeff Beck, Jimmy Page, Frank Zappa και Beatles. Οι τοίχοι του Λονδίνου ήταν γεμάτοι με την επιγραφή «Clapton Is God» και η ιαχή «Give God A Solo» συνόδευε κάθε εμφάνισή του. Έχοντας ωστόσο από νωρίς ριζωμένη μέσα του την αίσθηση ότι είναι ένας πρεσβευτής των blues με την ιερή υποχρέωση να υπερασπίσει την αγνότητά τους, ο υπέρμετρα ντροπαλός και σεμνός Clapton ένιωθε να πνίγεται από αυτές τις εκδηλώσεις λατρείας που σχετίζονταν με το άτομό του. Έτσι, παρ’ όλο που τον Αύγουστο του 1970 κυκλοφόρησε ο πρώτος του προσωπικός δίσκος, ο Clapton είχε ήδη μετακομίσει από τις αρχές του έτους στην Αμερική με σκοπό την εύρεση ενός σχήματος που θα του επέτρεπε να πραγματοποιήσει αυτό που δεν κατάφερε με τους Cream και τους Blind Faith: να διώξει τους προβολείς από πάνω του και να αποτελέσει το ισότιμο μέλος ενός blues συγκροτήματος.
Οι προσευχές του εισακούστηκαν την άνοιξη του 1970 από τον πιανίστα Bobby Whitlock, τον μπασίστα Carl Radle και τον ντράμερ Jim Gordon που αποχώρησαν από τους Delaney & Bonnie και αναζήτησαν τη συνδρομή του για τη δημιουργία ενός καινούργιου συγκροτήματος. Το κουαρτέτο βαφτίστηκε «Derek And The Dominos» και τον Αύγουστο του 1970 ξεκίνησε την ηχογράφηση του πρώτου και μοναδικού του δίσκου. Στο μεταξύ ο Clapton είχε ερωτευτεί παράφορα την Patti Boyd, τη γυναίκα του καλύτερού του φίλου, του George Harrison. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας πυροδότησε τη φαντασία και τη δημιουργικότητά του Clapton που συνέθεσε μια σειρά από κλασικά κομμάτια με προεξέχον το μνημειώδες «Layla», ενώ η συμμετοχή του Duane Allman των Allman Brothers στις ηχογραφήσεις απογείωσε το παίξιμο του Clapton και στάθηκε η αφορμή για τη γέννηση μερικών από τις καλύτερες κιθαριστικές στιγμές στη σύγχρονη μουσική ιστορία. Ο μεστός και γεμάτος λυρισμό blues-rock ήχος του «Layla & Other Assorted Love Songs» άργησε να κατακτήσει τις καρδιές του κοινού, αλλά σήμερα στέκεται επάξια στην πιο υψηλή θέση της καλλιτεχνικής προσφοράς του βιρτουόζου κιθαρίστα.
Ανανεωμένα και με μια φρεσκάδα που εντυπωσιάζει, τα αγαπημένα τραγούδια του άλμπουμ επιστρέφουν δριμύτερα σε έκδοση υβριδικού SACD με κρυστάλλινο ήχο και πολυκάναλη μείξη που ενισχύει τη δυναμικότητα και τον αισθησιασμό τους. Χωρίς να μεταβάλλεται σε κανένα σημείο η προοπτική της ορχήστρας ή να αλλοιώνεται το ύφος των συνθέσεων, η αξιοσημείωτη αύξηση της ηχητικής ποιότητας, το άνοιγμα του ηχητικού πεδίου και η περιστασιακή όσο και διακριτική τοποθέτηση μεμονωμένων οργάνων και ήχων στα περιφερειακά ηχεία, δίνουν μια νέα και άκρως ενδιαφέρουσα πνοή σε ένα θρυλικό έργο που αξίζει να κοσμεί μια δισκοθήκη.