27

Αλλαγές στις αμοιβές των υπερωριών αλλά και στο «ελαστικό ωράριο εργασίας» -διευθέτηση του ετήσιου χρόνου εργασίας- σχεδιάζει το υπουργείο Απασχόλησης, ενώ τα προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης και το λεγόμενο «κοινωνικό πακέτο» φαίνεται να σκοντάφτουν στην έλλειψη χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Όπως αναφέρει Το Βήμα, η ηγεσία του υπουργείου υπέβαλε την Τετάρτη στον πρωθυπουργό πακέτο μέτρων για την αντιμετώπιση της ανεργίας αλλά και για την ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων, το οποίο ωστόσο οδηγείται στις ελληνικές καλένδες, λόγω έλλειψης χρημάτων, καθώς ο πρωθυπουργός απέρριψε τη χορήγηση οποιασδήποτε χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό. Συνεπώς άδηλο είναι το μέλλον των προγραμμάτων παροχής κινήτρων για την πρόσληψη ανέργων, με την επιδότηση των εργοδοτικών εισφορών, τα οποία υποστήριζε προεκλογικά η Νέα Δημοκρατία.

Επίσης, ασαφή παραμένουν το καθεστώς χορήγησης και το ύψος της αύξησης του ειδικού επιδόματος (ΕΚΑΣ) για το 2005. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο κ. Καραμανλής διαμήνυσε στην ηγεσία του υπουργείου ότι θα χειριστεί προσωπικά το θέμα του ΕΚΑΣ, μαζί με το θέμα της εισοδηματικής πολιτικής, για την οποία θα υπάρξουν ανακοινώσεις στο τέλος του μήνα.

Πέραν αυτών, αλλαγές κυοφορούνται γύρω από το εργασιακό καθεστώς, το καθεστώς αμοιβής των υπερωριών, αλλά και στις ομαδοποιήσεις των ασφαλιστικών ταμείων. O υπουργός Απασχόλησης έλαβε την έγκριση του πρωθυπουργού για την έναρξη κοινωνικού διαλόγου για τα θέματα αυτά. Έτσι εντός των επόμενων εβδομάδων ο κ. Παναγιωτόπουλος αναμένεται να συγκαλέσει τις Επιτροπές Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, στις οποίες συμμετέχει το σύνολο των κοινωνικών εταίρων, προκειμένου να ανοίξει ο διάλογος γύρω από τις εργασιακές σχέσεις, αλλά και για επί μέρους ασφαλιστικά θέματα.

Oι αλλαγές στο κόστος των υπερωριών αποτελούν εκφρασμένη βούληση της κυβέρνησης, ωστόσο η έναρξη διαλόγου με επίκεντρο τα εργασιακά θέματα και αιχμή τις υπερωρίες συνεχώς αναβάλλεται. Γύρω από το θέμα αυτό έχουν δεσμευθεί και οι κοινωνικοί εταίροι μέσω της τελευταίας εθνικής γενικής σύμβασης. Μια ανάλογη συζήτηση δεν πρόκειται να περιοριστεί σε ένα μόνο θέμα, καθώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν «ανοίξει» οι συνομιλίες για την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας -όπου υπάρχει 35ωρο- ενώ σε εθνικό επίπεδο εκδηλώνονται πιέσεις από τους εργοδότες (ΣΕΒ) για την επαναφορά στο τραπέζι των συζητήσεων (με νέα μορφή) του «ελαστικού ωραρίου» (διευθέτηση του χρόνου εργασίας).

Η κυβέρνηση προτίθεται να ανοίξει διάλογο με τους κοινωνικούς φορείς με αιχμή την αλλαγή του τρόπου αμοιβής των υπερωριών, έτσι όπως καθορίστηκε με τον νόμο Γιαννίτση. Η αλλαγή του σημερινού καθεστώτος που επιβαρύνει σημαντικά το εργατικό κόστος των επιχειρήσεων αποτελεί πάγιο αίτημα των εργοδοτικών οργανώσεων. Η ΓΣΕΕ φαίνεται διατεθειμένη να συγκατανεύσει στο θέμα των υπερωριών, υπό την προϋπόθεση ότι θα μειωθεί στις 39 ώρες ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας.

Αρχικώς οι εργοδότες συμφωνούσαν στη μείωση αυτή, αλλά τους τελευταίους μήνες εκφράζουν επιφυλάξεις, γεγονός που θα οδηγήσει σε αδιέξοδο τις συζητήσεις, αν επιμείνουν στην αρνητική τους στάση.

Επίσης, η κυβέρνηση δέχεται πιέσεις από τον ΣΕΒ να θέσει εκ νέου στο τραπέζι το ζήτημα του ελαστικού ωραρίου εργασίας. Ήδη το υφιστάμενο καθεστώς προβλέπει τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας σε ετήσια βάση (αυξημένο ωράριο μια χρονική περίοδο και μειωμένο κάποια άλλη περίοδο). Ωστόσο για την εφαρμογή του συστήματος αυτού απαιτείται συμφωνία των εργαζομένων και σύναψη συλλογικής σύμβασης.

Αίτημα των εργοδοτών είναι η αλλαγή του σημερινού καθεστώτος και η παροχή της δυνατότητας εφαρμογής του ελαστικού ωραρίου με βάση το διευθυντικό δικαίωμα, κάτι που προκαλεί την αντίδραση της ΓΣΕΕ.

Τα τεράστια ελλείμματα των λεγόμενων «ευγενών Ταμείων» των τραπεζών και των ΔΕΚO και η καθιέρωση των νέων λογιστικών προτύπων στα πιστωτικά ιδρύματα πιέζουν για την αναζήτηση λύσεων στο συγκεκριμένο ασφαλιστικό πρόβλημα. Ωστόσο το υψηλό κόστος των λύσεων και η απροθυμία των τραπεζών να επωμιστούν το μέρος που τους αναλογεί τορπιλίζει οποιαδήποτε προσπάθεια επίλυσης.

Η κυβέρνηση άνοιξε το θέμα βάζοντας μπροστά τους τραπεζίτες. Ωστόσο, η έλλειψη κοινής πρότασης από την πλευρά των τραπεζιτών και οι διαφωνίες για το μερίδιο που θα πληρώσει η κάθε τράπεζα για την επίλυση του προβλήματος έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδο. Ανάλογη συζήτηση αναμένεται να ανοίξει και για τις υπόλοιπες ΔΕΚO, καθώς και για την ομαδοποίηση των επικουρικών ταμείων του ιδιωτικού τομέα.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ