27

Η Ελλάδα παραμένει μία από τις φτωχές χώρες της ΕΕ, ακόμη και μετά τη διεύρυνση, καθώς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μόλις ξεπερνά το 80% του μέσου όρου των 25 κρατών-μελών.

Επιπλέον, σύμφωνα με όσα αναφέρει Το Βήμα, οι Έλληνες βρίσκονται αντιμέτωποι και με τον κίνδυνο της λεγόμενης «σχετικής φτώχειας», καθώς το 1/5 του πληθυσμού εμφανίζει εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του μέσου εθνικού εισοδήματος, ποσοστό που είναι μάλιστα το δεύτερο υψηλότερο στο σύνολο των 25 κρατών-μελών της ΕΕ.

Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας υπολογίζεται ότι θα ανέλθει το 2004 στο 81,9% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, από 80,9% το προηγούμενο έτος, και μόλις 71,8% το 1999. Παρά τη σημαντική βελτίωση ωστόσο, το ελληνικό ποσοστό παραμένει το δεύτερο χαμηλότερο μεταξύ των 15 παλαιών κρατών-μελών και υψηλότερο μόνο από την Πορτογαλία, το ποσοστό της οποίας αναμένεται να περιορισθεί το 2004 στο 73,1%.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα είναι πάντως μεγαλύτερο απ ό,τι εκείνο των νέων κρατών-μελών, αν και τουλάχιστον δύο χώρες (Κύπρος και Σλοβενία) πλησιάζουν τα ποσοστά της Ελλάδας, καθώς παρουσιάζουν κατά κεφαλήν ΑΕΠ υψηλότερο από το 75% του μέσου όρου της ΕΕ.

Η κοινωνική συνοχή

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατά την τελευταία δεκαετία οι περισσότερες χώρες της ΕΕ των « 15» σημείωσαν συνεχείς βελτιώσεις όσον αφορά το πραγματικό εισόδημα, την απασχόληση και τη μείωση των ανισοτήτων. Όπως επισημαίνει η ίδια ωστόσο, η διεύρυνση θέτει εκ νέου το θέμα της κοινωνικής συνοχής, καθώς με την ένταξη των δέκα νέων μελών διευρύνονται οι ανισότητες ως προς το εισόδημα τόσο ανάμεσα σε περιφέρειες όσο και ανάμεσα σε κράτη-μέλη.

Η Επιτροπή επισημαίνει μάλιστα ότι, ενώ σε σχετικούς όρους η φτώχεια είναι σχεδόν παρόμοια στη διευρυμένη ΕΕ, σε απόλυτους όρους υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές, καθώς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του -πλουσιότερου- Λουξεμβούργου είναι πενταπλάσιο από εκείνο της -φτωχότερης- Λετονίας.

Η σχετική φτώχεια

Ένα άλλο θέμα που τίθεται τόσο για το σύνολο της ΕΕ όσο και ειδικά για την Ελλάδα είναι η αντιμετώπιση της «σχετικής φτώχειας», το κατώφλι για την οποία έχει προσδιορισθεί στο 60% του μέσου εθνικού εισοδήματος. Στο σύνολο της ΕΕ το 15% του πληθυσμού, ή περίπου 60 εκατ. άτομα, βρίσκονται κάτω από αυτό το επίπεδο, ενώ στην Ελλάδα η φτώχεια πλήττει ακόμη μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2001, το 20% των Ελλήνων έχει εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του μέσου εθνικού και μάλιστα μετά τις κοινωνικές παροχές. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι μάλιστα το γεγονός ότι αυτό το ποσοστό είναι το δεύτερο υψηλότερο στο σύνολο των «25», πίσω μόνον από την Ιρλανδία (21%) και μαζί με την Πορτογαλία, ενώ ακολουθούν η Ιταλία και η Βρετανία με 19%.

Ανησυχία προκαλεί εξάλλου και η επιμονή της ανεργίας, η οποία ανήλθε το 2002 στη χώρα στο 10%, ποσοστό που ήταν το έκτο υψηλότερο στο σύνολο των 25 μελών της ΕΕ. Μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης μάλιστα, μόνον η Ισπανία έχει υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (11,3%).

Ακόμη χειρότερη είναι η κατάσταση στη χώρα ως προς την απασχόληση, η οποία το ίδιο έτος περιοριζόταν στο 56,7%, ποσοστό που ήταν το τέταρτο χαμηλότερο στην ΕΕ και καλύτερο μόνο από εκείνο της Oυγγαρίας, της Ιταλίας, της Μάλτας και της Πορτογαλίας.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ