Μερικές φορές η ιστορία παίζει περίεργα παιχνίδια και η περίπτωση του «Smile» των Beach Boys αποτελεί αναμφίβολα ένα από αυτά. Έχει επανειλημμένα χαρακτηριστεί «το απόλυτο pop αριστούργημα», «το καταλυτικότερο μουσικό έργο του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα» και πάνω από όλα «το μοναδικό που θα μπορούσε να συγκριθεί με το θρυλικό «Sgt. Pepper’s» των Beatles». Αλήθεια ή ψέματα, κανείς δεν μπορεί να πει, αφού στην πραγματικότητα το έργο για το οποίο έχουν χυθεί τόνοι μελανιού εδώ και τέσσερις δεκαετίες δεν υπήρξε ποτέ ή πιο σωστά δεν υπήρχε μέχρι πριν από δύο περίπου μήνες. Από τα μέσα του 1966 που ξεκίνησαν οι ηχογραφήσεις του έως τις 27 Σεπτεμβρίου του 2004 που τελικά κυκλοφόρησε, πέρασαν ούτε λίγο ούτε πολύ 38 ολόκληρα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ακούστηκαν μόνο ελάχιστα αποσπάσματά του. Το ένα από αυτά είναι το ανεπανάληπτο «Good Vibrations» που πάντα καταλαμβάνει μία από τις πρώτες θέσεις σε όλες τις ψηφοφορίες που κάνουν τα διάφορα μουσικά περιοδικά για την ανάδειξη του καλύτερου τραγουδιού όλων των εποχών.
Το «Good Vibrations» κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1966 και αναδείχθηκε αμέσως ως το Νο 1 του καταλόγου επιτυχιών της Αμερικής, αποτελώντας το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο γοητευτικό και ιδιοφυές «Pet Sounds» που είχε μόλις προηγηθεί και στο πολυαναμενόμενο «Smile» που βρισκόταν στα σκαριά. Ατυχώς ο Wilson εγκατέλειψε έπειτα από μερικούς μήνες το εγχείρημα, μην μπορώντας να αντεπεξέλθει στην πολυπλοκότητα του οράματός του και κυρίως στη διαταραγμένη ψυχική του ισορροπία που έμελλε να τον θέσει σε μια κατάσταση χειμερίας νάρκης για περισσότερο από τριάντα χρόνια. Κάποια ημιτελή αποσπάσματα του έργου κυκλοφόρησαν υπό τον τίτλο «Smiley Smile», ενώ άλλα εμφανίστηκαν σε επόμενους δίσκους των Beach Boys. Ωστόσο, οι δημοσιογράφοι και οι συλλέκτες δίσκων δημιούργησαν ένα μύθο γύρω από το «χαμένο αριστούργημα της pop μουσικής». Οριστική ετυμηγορία δεν βγήκε και τελικά το γόρδιο δεσμό ανέλαβε να λύσει ο ίδιος ο δημιουργός του που έχει πια θεραπευτεί μερικώς από τις ψυχικές διαταραχές που τον βασάνιζαν. Έτσι στις αρχές του 2004, ο Wilson μπήκε ξανά στο στούντιο και με τη βοήθεια του σχήματος Wondermints που τον συνοδεύει στις συναυλίες του ηχογράφησε από την αρχή όλο το έργο.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να κρίνουμε αντικειμενικά ένα έργο που έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του ’60 και για το οποίο έχει ήδη «μιλήσει» τόσο πολύ η ιστορία, ενώ υπάρχει πάντα και η διχογνωμία σχετικά με το ποια πρέπει να είναι τα συγκριτικά δεδομένα: εκείνα του 1967 ή αυτά του 2004. Πάντως, σε κάθε περίπτωση το βέβαιο είναι ότι το «Smile» ακούγεται το ίδιο πρωτότυπο και μοναδικό και στα δύο ηχητικά περιβάλλοντα. Μπορεί να μην είναι πλέον επαναστατικό και καινοτόμο, αλλά σίγουρα δεν φτιάχνονται εύκολα τέτοιοι δίσκοι, ούτε καν στις μέρες μας. Ανταποκρινόμενο απόλυτα στην περιγραφή που από την πρώτη στιγμή είχε δώσει ο Wilson, το «Smile» είναι μια avant-garde όπερα, μια έντεχνη νεανική συμφωνία αφιερωμένη στο Θεό, στη διάρκεια της οποίας εναλλάσσονται διαρκώς και με ταχύτατο ρυθμό η ενορχήστρωση, το ύφος και το τέμπο. Αν και όλες οι συνθέσεις είναι ενωμένες, ο δίσκος χωρίζεται σε τρία θεματικά μέρη που μοιάζουν να μας καλούν σε ένα γοητευτικό ταξίδι σε κάθε γωνιά του κόσμου της μουσικής. Από την αισθησιακή εισαγωγή με τον ύμνο «Our Prayer» που δίνει τη θέση του στο απίστευτο «Heroes and Villains» έως το «Surf’s Up» που μας φέρνει μνήμες από το «A Day in the Life» των Beatles, το ορχηστικό και παιχνιδιάρικο «Mrs. O’Leary’s Cow» με τον καταιγισμό των ηχητικών εφέ και το «Good Vibrations» που κλείνει το δίσκο, παρελαύνει από τα αφτιά μας όλος ο ηχητικός κόσμος τόσο των Beach Boys και των Beatles όσο και γενικότερα της pop, της ηλεκτρονικής και κάθε είδους λαϊκής μουσικής. Απόλυτο pop αριστούργημα ή όχι, το αναμφίβολα βαρυσήμαντο γεγονός είναι ότι με την ολοκλήρωση και την έκδοση του «Smile» κλείνει επιτέλους ένα κεφάλαιο που εκκρεμούσε για 38 χρόνια και μάλιστα με τρόπο θριαμβευτικό.