37

Αέρας αισιοδοξίας πνέει και στον χώρο του ελληνικού κινηματογράφου από την εντυπωσιακή άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία τον Οκτώβριο του 1981. Στις προεκλογικές εξαγγελίες του κόμματος περιλαμβανόταν και η ψήφιση νέου νόμου για τον κινηματογράφο, υπόσχεση που γεμίζει ελπίδες όλους τους εμπλεκόμενους φορείς για τη λήξη της περιόδου σύγχυσης και αυθαιρεσίας που ακολούθησε την πτώση της δικτατορίας.

Το 1982 Υπουργός Πολιτισμού τοποθετείται η Μελίνα Μερκούρη. Οι δηλώσεις της, όπως αναφέρει ο Σολδάτος, είναι χαρακτηριστικές: «Δεν θέλω τα παιδιά να τρώνε τα λεφτά από τις αρραβωνιαστικιές τους για να κάνουν ταινίες. Γι αυτό θα υπάρξει πρόβλεψη να χρηματοδοτούνται από το κράτος.»

Εν αναμονή των γενναίων επιχορηγήσεων από το ΕΚΚ και του νέου νόμου για τον κινηματογράφο πραγματοποιείται το 23ο Φεστιβάλ Ελλληνικού Κινηματογράφου. Στις ιδιαιτερότητες της διοργάνωσης ήταν η δημιουργία του Πληροφοριακού Τμήματος όπου προβάλλονται οι πλέον αξιόλογες από τις ταινίες που απορρίπτει η προκριματική επιτροπή από το διαγωνιστικό τμήμα.

Στο ίδιο μοτίβο ακολουθεί η επόμενη χρονιά. Ο ελληνικός κινηματογράφος χωρίς νομικό πλαίσιο (το νομοσχέδιο θα συζητείται για πολύ καιρό) αδυνατεί να παρακολουθήσει τις παγκόσμιες εξελίξεις τόσο τεχνολογικά όσο και θεσμικά. Οι συντεχνιακές προστριβές αναγκαστικά τον βάζουν στο περιθώριο, ενώ το όνειρο για την αναβίωσή του και για κατάμεστες κινηματογραφικές αίθουσες μοιάζει όλο και πιο μακρινό.

Μια αλλαγή που σημειώνεται το 1983 ήταν η απονομή των Κρατικών Βραβείων Ποιότητας από το υπουργείο Πολιτισμού στα τέλη της χρονιάς και όχι τον Οκτώβριο, ημέρες διεξαγωγής του φεστιβάλ. Τα βραβεία του Φεστιβάλ αποκτούν πλέον καθαρά ηθικό χαρακτήρα.

Η χρονιά αυτή εγκαινιάζει και το φαινόμενο της απουσίας αξιόλογων ταινιών από το φεστιβάλ, αφού πλέον οι δημιουργοί δείχνουν την αδιαφορία τους στον θεσμό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν Η Τιμή της Αγάπης της Τώνιας Μαρκετάκη και ο Ξαφνικός Έρωτας του Γιώργου Τσεμπερόπουλου, ταινίες που βγαίνουν απευθείας στις αίθουσες χωρίς να περάσουν από το φεστιβάλ.

Η μη κατάθεση του κινηματογραφικού νομοσχεδίου στη Βουλή και το 1984 οδηγεί τους δημιουργούς στην απόφαση να μποϊκοτάρουν το 25ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, η ματαίωση του φεστιβάλ αποσοβείται, όταν το υπουργείο Πολιτισμού προσφέρει διαβεβαιώσεις ότι τα αιτήματα θα επιλυθούν μετά τη διεξαγωγή του. Το βραβείο καλύτερης ταινίας κερδίζει η Λούφα και Παραλλαγή του Νίκου Περράκη, απόφαση που συμμερίζεται τελικά και το κοινό, αφού η ταινία στη μεταφεστιβαλική πορεία της αποδεικνύεται μεγάλη εμπορική επιτυχία. Πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν πως βρέθηκε η χρυσή συνταγή για την ανασυγκρότηση της ελληνικής κινηματογραφίας. Ως γνωστόν όμως, ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη…

Απόδειξη η νικήτρια ταινία της επόμενης χρονιάς, τα Πέτρινα Χρόνια του Παντελή Βούλγαρη, που ενώ αναμένεται να επαναλάβει την εισπρακτική επιτυχία του Λούφα και Παραλλαγή, δεν κάνει ανάλογη πορεία στους κινηματογράφους.

Τον Απρίλιο του 1986 ψηφίζεται ο νέος νόμος για τον κινηματογράφο έπειτα από συζητήσεις, που διήρκεσαν συνολικά πέντε χρόνια Εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως εξομαλύνονται κάποιες δυσλειτουργίες του συστήματος, ωστόσο σύντομα διαφαίνεται πως ευχαριστημένοι είναι κυρίως οι συνδικαλιστές των σωματείων.

Το 1987 τα πράγματα συνεχίζουν την ίδια πορεία, με το ΕΚΚ να αυτοπεριορίζεται στον ρόλο του κριτή ποια σενάρια θα χρηματοδοτηθούν και με πόσα χρήματα. Στον τομέα της προώθησης των ταινιών σε ένα κοινό πέρα του φεστιβαλικού δυστυχώς δεν μπορεί να παίξει κανέναν ουσιαστικό ρόλο.

Το φεστιβάλ εκείνης της χρονιάς, το 28ο δηλαδή, διαρκεί δύο εβδομάδες καθώς πλαισιώνεται από πολλές παράλληλες εκδηλώσεις. Με τον τρόπο αυτό καταφέρνει να αποκτήσει τον χαρακτήρα του πολλαπλού πολιτιστικού γεγονότος. Βασική διαφορά αυτής της διοργάνωσης από τις προηγούμενες είναι ότι για πρώτη φορά απουσιάζουν οι ταινίες μικρού μήκους, οι οποίες με απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού θα διαγωνίζονται πλέον στη Δράμα, στο 1ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους. Οι «μικρομηκάδες» αντιδρούν και διοργανώνουν, παράλληλα με το κανονικό φεστιβάλ, το δικό τους 28ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους, στον κινηματογράφο Αλέξανδρο, απέναντι από το Κρατικό Θέατρο που στέγαζε το κανονικό Φεστιβάλ.

Το 28ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα μείνει στην ιστορία και για έναν ακόμη, πιο γραφικό, λόγο. Είναι η χρονιά που το κοινό του εξώστη αποδοκιμάζει ταινίες του φεστιβάλ, όπως το ιστορικό πλέον Δοξόμπους του Φώτου Λαμπρινού. Προκαλώντας απίστευτη φασαρία που έφτασε μέχρι και τους ξυλοδαρμούς, το κοινό εκφράζει τη δική του άποψη τόσο για τις ταινίες όσο και για το θεσμό.

Το 29ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι ένα ταραγμένο φεστιβάλ. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του, Θανάσης Ρεντζής, συγκρούεται το 1988 με τα σωματεία και οι πιέσεις τον αναγκάζουν να παραιτηθεί. Διάδοχός του ορίζεται ο κριτικός Ανδρέας Τύρος, ο οποίος και αυτός με τη σειρά του παραιτείται έπειτα από λίγο, επειδή διαφώνησε με το υπουργείο Πολιτισμού για τη χρηματοδότηση του φεστιβάλ, αλλά και για το μέλλον των ταινιών μικρού μήκους που πλέον παρουσιάζονται στη Δράμα.

Όλα αυτά συμβαίνουν λίγο πριν από την επίσημη έναρξη του 29ου Φεστιβάλ, το οποίο μοιάζει μετέωρο. Τα σωματεία σε συνεργασία με τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας αυτή τη διοργάνωση. Την τελευταία στιγμή τη διεύθυνσή του αναλαμβάνουν ο Γρηγόρης Δάναλης από την ΕΤΕΚΤ, ο Γιώργος Παπακώστας από την ΕΕΣ και ο Βασίλης Δημαρέλος αντιπρόεδρος του ΔΣ της ΔΕΘ.

Αν και οι τρεις τους ολοκληρώνουν με επιτυχία το έργο τους, ο ίδιος ο θεσμός του φεστιβάλ βγαίνει πολύ αποδυναμωμένος από αυτή την περιπέτεια. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το γεγονός ότι στο διαγωνιστικό τμήμα προβάλλονται μόλις επτά ταινίες μεγάλου μήκους, ενώ πολύ σημαντικές ταινίες της χρονιάς εκείνης δεν συμμετέχουν καθόλου. Δημιουργοί όπως ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, που δεν στέλνει στο φεστιβάλ την ταινία του Η Γυναίκα που Έβλεπε τα Όνειρα, εκφράζουν την απογοήτευσή τους για το γεγονός ότι τα σωματεία φαίνονται να έχουν κερδίσει τον πλήρη έλεγχο της διοργάνωσης, το οποίο αποκτά συντεχνιακό χαρακτήρα.

Την επόμενη χρονιά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης γιορτάζει τα 30 του χρόνια. Πώς μπορεί όμως να γιορτάσει τη στιγμή που ο λόγος για τον οποίο υπάρχει, ο ελληνικός κινηματογράφος, ασφυκτιά οικονομικά; Φαίνεται, όμως, πως το υπουργείο Πολιτισμού αντιλαμβάνεται τη δυσμενή όσο και δυσοίωνη κατάσταση και αποφασίζει την επιχορήγηση της παραγωγής ταινιών με ποσοστό 1,5% από τα κέρδη της ιδιωτικής και δημόσιας τηλεόρασης.

Η παραπάνω απόφαση γεμίζει για άλλη μια φορά με αισιοδοξία τους δημιουργούς, αλλά τελικά η διάταξη καταστρατηγείται από τα κανάλια, αποδεικνύοντας πως η πρόθεση μόνο δεν αρκεί. Εξάλλου, η ιδιωτική τηλεόραση, που είναι πλέον γεγονός για την Ελλάδα, δεν φαίνεται να συμμερίζεται τα περί κρατικής βοήθειας σε δραστηριότητες που δεν μπορούν από μόνες τους να βγάλουν τα έξοδά τους.

Οι γκρίνιες στον χώρο του ελληνικού κινηματογράφου μοιάζουν να μην έχουν τέλος. Κοντά σε όλα τα άλλα ο νόμος του 1986 -έπειτα από επτά χρόνια ζωής- μοιάζει να έχει παλιώσει επικίνδυνα. Έτσι, επανέρχεται η ανάγκη για τη δημιουργία νέου θεσμικού πλαισίου, που θα φέρει το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στο παγκόσμιο χάρτη των φεστιβάλ.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να ξεχωρίσει το 30ο Φεστιβάλ τόσο για το μικρό αριθμό ταινιών που συμμετέχουν όσο και για τη κατά γενική ομολογία χαμηλή τους ποιότητα.

Το 1991, χρονιά που ο μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης αφορίζει τον Θόδωρο Αγγελόπουλου με αφορμή Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού, το φεστιβάλ διεξάγεται για άλλη μια φορά σε κλίμα αντιπαραθέσεων και βαθύτατων διαφωνιών. Τα σωματεία των σκηνοθετών και των τεχνικών συνεχίζουν να παραπονούνται, ο εξώστης β συνεχίζει τις δικές του κραυγές διαμαρτυρίας και δύο μόλις ημέρες πριν τελειώσει η διοργάνωση ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, Πάνος Γλυκοφρύδης, παραιτείται διαφωνώντας με τις επιλογές της προκριματικής επιτροπής. Σε ανακοίνωσή του, μάλιστα, χαρακτηρίζει το φεστιβάλ «ξεπερασμένο».

Το 32ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι ιστορικό, καθώς είναι το τελευταίο αποκλειστικά ελληνικό. Η εξαγγελία της διεθνοποίησής του βρίσκει αντίθετες τις ενώσεις σκηνοθετών και τεχνικών, που αντιδρούν. Αυτή τη φορά, όμως, το φεστιβάλ δεν θα υποκύψει στα παράπονα και τις γκρίνιες των σωματείων, και θα ξεκινήσει μια νέα διεθνή πορεία.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ