28

Τα συνολικά προ φόρου κέρδη της ελληνικής μεταποίησης σημείωσαν το 2003 σημαντική αύξηση 16% (14,2% εξαιρουμένου του κλάδου επεξεργασίας πετρελαίου), όπως αναφέρεται σε έρευνα της Icap (για λογαριασμό του ΣΕΒ) με θέμα Η ελληνική μεταποίηση: Εκτιμήσεις για το 2003 και προσδοκίες για το 2004.

Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη στην κερδοφορία, η έκθεση κάνει λόγο για συνέχιση της «χαμηλής πτήσης» για την ελληνική βιομηχανία, καθώς η βελτίωση των καθαρών κερδών πρέπει κυρίως να αποδοθεί στη βελτίωση των μη λειτουργικών στοιχείων έναντι του 2002, όταν είχε σημειωθεί σημαντική αύξηση των μη λειτουργικών δαπανών.

Από την έρευνα προκύπτει ότι οι πωλήσεις της ελληνικής βιομηχανίας πέρυσι αυξήθηκαν με ρυθμό 4,4%, στην οποία συνέβαλε και η άνοδος κατά 4,5% των εξαγωγών. Εάν εξαιρεθεί ο κλάδος επεξεργασίας πετρελαίου, ο ρυθμός αύξησης των πωλήσεων περιορίζεται στο 2,8% και οι εξαγωγές σημείωσαν ελαφρά κάμψη 1,3%.

Το 2003 συνεχίστηκε η καθοδική πορεία της επενδυτικής δραστηριότητας, με μείωση των ακαθάριστων επενδύσεων κατά 5,3% ή, πολύ περισσότερο, 20,7% εάν εξαιρεθεί ο κλάδος επεξεργασίας πετρελαίου. Η μείωση αυτή σχετίζεται με τη νέα κάμψη του δείκτη επιχειρηματικών προσδοκιών του ΙΟΒΕ, πιθανώς λόγω γεωπολιτικής αστάθειας, αργής ανάκαμψης της ευρωζώνης και μη ολοκλήρωσης ανειλημμένων επενδυτικών σχεδίων.

Το εργατικό κόστος ανά επιχείρηση το 2003 αυξήθηκε με ρυθμό 2,1%, ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων ανά επιχείρηση αυξήθηκε κατά 0,7%.

Προσδοκίες για το 2004

Η εικόνα των προσδοκιών των εκπροσώπων της μεταποίησης για το 2004 είναι ανάμεικτη. Ειδικότερα, οι πωλήσεις ανά επιχείρηση αναμένεται να παρουσιάσουν αύξηση κατά 9,5%. Τα μεικτά κέρδη εκτιμάται πως θα αυξηθούν κατά 6,7% και τα προ φόρου κέρδη ανά επιχείρηση κατά 4,2% (9,5% χωρίς τον κλάδο πετρελαίου), οι εξαγωγές ανά επιχείρηση θα παρουσιάσουν αύξηση 15,6%, το εργατικό κόστος ανά επιχείρηση αύξηση 1,5% και οι ακαθάριστες επενδύσεις 18,6%. Ωστόσο ο αριθμός απασχολούμενων ανά επιχείρηση αναμένεται να μειωθεί κατά 1,2%.

Η αισιοδοξία για τα κέρδη είναι μετριασμένη σε σχέση με αυτή που είχε καταγραφεί από την αντίστοιχη περυσινή έρευνα, παραμένει ωστόσο αμετάβλητη όσον αφορά στις πωλήσεις. Αντίθετα περισσότερο αισιόδοξες από το 2003 είναι οι προσδοκίες για τις εξαγωγές και τις επενδύσεις. Ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι οι βιομηχανίες φαίνονται έτοιμες να προχωρήσουν σε αύξηση των επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο, μετά τις μειώσεις που είχαν καταγραφεί τα δύο προηγούμενα έτη.

Η χρηματοδότηση της επιχειρηματικής δράσης από το τραπεζικό σύστημα υπήρξε μάλλον ευχερέστερη έναντι του προηγούμενου έτους. Τα επιτόκια δανεισμού είναι σημαντικά υψηλότερα (άνω του 7%) για τις μικρότερες επιχειρήσεις έναντι των επιτοκίων (4,5%) που εξασφαλίζουν οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Η πλειονότητα των εταιριών δεν αναμένει αξιόλογη μεταβολή των επιτοκίων το 2004.

Όπως προκύπτει από την έρευνα, κύρια εμπόδια στις σχέσεις των επιχειρήσεων με το Δημόσιο αναδείχθηκαν οι υψηλοί φόροι και ασφαλιστικές εισφορές, η γραφειοκρατία, η διαφθορά και η ανεπάρκεια των υποδομών που παρέχει το κράτος.

Η δειγματοληπτική έρευνα πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα Μαρτίου – Απριλίου 2004 με χρήση ερωτηματολογίου σε δείγμα 301 βιομηχανικών επιχειρήσεων. Το ποσοστό ανταπόκρισης στην έρευνα ήταν 81,4%, απάντησαν δηλαδή 245 επιχειρήσεις.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ