28

Θετικές επισημάνσεις για τους ρυθμούς ανάπτυξης που θα χαρακτηρίσουν την ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια, αλλά και συστάσεις για την ανάγκη οι οικονομικές πολιτικές της χώρας να εναρμονιστούν περισσότερο προς τους βασικούς οικονομικούς προσανατολισμούς της ΕΕ, περιλαμβάνει η γνώμη του Ecofin που υιοθετήθηκε την Τρίτη στις Βρυξέλλες για το Πρόγραμμα Σταθερότητας της Ελλάδας την περίοδο 2003-2006.

Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας προβλέπει ανάπτυξη από 4,0% το 2003 στο 4,2% το 2004 και μια ελαφρά μείωση στη συνέχεια για να σταθεροποιηθεί στο 4% την περίοδο 2004-2006. Ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης προβλέπεται να επιβραδυνθεί βαθμιαία από το 1,7% το 2004 στο 1,2% την περίοδο 2005-2006. Ο πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει στο 2,6% από το 2006, έναντι 3% το 2004.

Σύμφωνα με το κείμενο της γνώμης του Ecofin, το μακροοικονομικό αυτό σενάριο «φαίνεται αισιόδοξο» ιδιαίτερα στη μεσοπρόθεσμη εξέλιξη της δυνητικής ανάπτυξης. Επιπλέον, το Ecofin σημειώνει πιέσεις στα κόστη και στις τιμές που μπορεί να είναι ισχυρότερες απ ό,τι προβλέπει το πρόγραμμα σταθερότητας «κάνοντας ακόμη πιο δύσκολο τον έλεγχο ορισμένων δημοσίων δαπανών και θέτοντας σε κίνδυνο την εξωτερική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας». Γι αυτό συστήνει συγκράτηση σε ορισμένες δημόσιες δαπάνες, όπως οι μισθοί.

Το έλλειμμα γενικής κυβέρνησης προβλέπεται στο 1,2% του ΑΕΠ το 2004, έναντι 1,4% το 2003. Για το 2005 προβλέπεται έλλειμμα ύψους 0,5% που θα ισοσκελιστεί το 2006. Το Ecofin, όμως, σημειώνει το υψηλό ποσοστό του χρέους και συνιστά «ένα περισσότερο ισορροπημένο μίγμα πολιτικών» που απαιτεί αυστηρότερη δημοσιονομική πολιτική και «αποτελεσματική χρήση της ευκαιρίας που προσφέρουν οι ευνοϊκές αναπτυξιακές προοπτικές».

To συμβούλιο των υπουργών σημειωνει ότι αυτοί οι δημοσιονομικοί στόχοι προφέρουν μεν ένα ασφαλές περιθώριο έναντι του ορίου ελλείμματος 3%, αλλά τονίζει ότι «υπάρχουν κίνδυνοι που συνδέονται με το μακροοικονομικό σενάριο, με το κατά τα φαινόμενα έλλειμμα που έχει υποεκτιμηθεί το 2003 αλλά και με την έλλειψη πληροφοριών για τα μέτρα που σχεδιάζονται για τη συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών».

Ικανοποίηση Χριστοδουλάκη

Ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Χριστοδουλάκης δήλωσε ικανοποιημένος από τα σχόλια τόσο της Επιτροπής όσο και του Συμβουλίου. Συγκεκριμένα επισήμανε τις θετικές αναφορές τόσο για τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, όσο και για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη.

Παράλληλα, ο κ. Χριστοδουλάκης αναγνώρισε την ύπαρξη αδυναμιών σε μια σειρά από τομείς όπως η αναμόρφωση της αγοράς της εργασίας, που όπως σημείωσε, θα πρέπει να ολοκληρωθεί, καθώς και η αργή εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας για την ελεύθερη εσωτερική αγορά προς την κοινοτική.

Σε ό,τι αφορά τα βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, ο υπουργός επανέλαβε ότι η αύξηση του ελλείμματος δικαιολογείται εν πολλοίς από τις αυξημένες κρατικές δαπάνες λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, ενώ εξέφρασε την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα έπεσε μετά από πολλά χρόνια κάτω από το 3%.

Τέλος ο Ν.Χριστοδουλάκης τάχθηκε για μια ακόμη φορά κατά κάθε απόπειρας αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας, επισημαίνοντας πως υπό τη σημερινή του μορφή παρέχει μια σχετική ελευθερία κινήσεων στα κράτη μέλη της ΕΕ. Ιδιαίτερα αρνητικός εμφανίσθηκε ο υπουργός Οικονομίας σε σχέση με την προτεινόμενη από την Επιτροπή ισχυροποίηση των προβλέψεων για τη μείωση του δημόσιου χρέους.

Συγκεκριμένα ανέφερε ότι αν δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στην επιτάχυνση του ρυθμού μείωσης του δημοσίου χρέους, αυτό θα έχει ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις για χώρες όπως η Ελλάδα. Και αυτό διότι, όπως ανέφερε, το ελληνικό χρέος οφείλεται κυρίως στις κρατικές επενδύσεις και στις αμυντικές δαπάνες. Αν τεθεί θέμα επιτάχυνσης του ρυθμού μείωσης του χρέους, τότε θα πρέπει να περικοπούν οι κρατικές επενδύσεις, κάτι που θα είχε εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και συνεπώς στη σταθερότητά της, κατέληξε ο κ. Χριστοδουλάκης.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ