43

«Θετικό προωθητικό βήμα» χαρακτήρισε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Παπανδρέου την τάση αποδοχής της γερμανο-γαλλο-βρετανικής πρότασης από τους «25» για τη διαμόρφωση ευρωπαϊκής άμυνας.

Αναφερόμενος στη συζήτηση που είχαν την Παρασκευή στη Νάπολη οι 27 υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ και των υποψηφίων χωρών, ο κ. Παπανδρέου παρατήρησε ότι διαμορφώθηκε «μια ευρύτερη συναίνεση, η οποία δημιουργεί την τάση καθολικής αποδοχής των προτάσεων που αφορούν την διαρθρωμένη συνεργασία και τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής».

Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών σημείωσε, επίσης, ότι η σχετική πρόταση αποτελεί «λύση που απηχεί τις αναγκαίες ισορροπίες, ανάμεσα στους ευρωπαϊστές, τους ουδέτερους και τους φιλατλαντιστές εταίρους» και υπογράμμισε την επιφυλακτικότητα που επέδειξαν οι ουδέτερες χώρες (Φινλανδία, Σουηδία, Ιρλανδία και Αυστρία) σε ό,τι αφορά τη θέσπιση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής.

Υπενθυμίζεται ότι η πρόταση της Συνέλευσης προέβλεπε τη δυνατότητα συγκρότησης μιας ομάδας χωρών-μελών, που επιθυμούν να αναπτύξουν «διαρθρωμένη συνεργασία» σε αμυντικά θέματα και τη θέσπιση μιας ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής, σε περίπτωση που ένα κράτος-μέλος δέχεται επίθεση στο έδαφός του.

Σύμφωνα με τις νεώτερες τροποποιήσεις, η «διαρθρωμένη συνεργασία» προβλέπεται να θεσπιστεί χωρίς να προσδιορίζεται εκ των προτέρων ο αριθμός των μελών που θα συμμετέχουν, με απόφαση που θα λάβει το συμβούλιο υπουργών (με ειδική πλειοψηφία), ενώ η δυνατότητα διεύρυνσης της «ομάδας» παραμένει ανοιχτή.

Επίσης, στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής προβλέπεται η υποχρέωση παροχής συνδρομής στο πληττόμενο κράτος-μέλος από όλα τα μέλη της ΕΕ και όχι μόνο από όσα συμμετέχουν στην ομάδα της διαρθρωμένης συνεργασίας.

Στη νεώτερη εκδοχή της διάταξης για την ευρωπαϊκή άμυνα, σημειώνεται ακόμη ο αυτόνομος χαρακτήρας της με την πρόσθετη διευκρίνιση ότι η ανάπτυξή της θα είναι συμβατή με τις ΝΑΤΟϊκές δεσμεύσεις.

Τέλος, στη διάρκεια της χθεσινοβραδυνής συζήτησης για την κοινή εξωτερική πολιτική, η Βρετανία επανέλαβε την άρνησή της να δεχθεί την πρόταση της ιταλικής προεδρίας, κατά την οποία οι αποφάσεις της κοινής εξωτερικής πολιτικής θα πρέπει να λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία (με την εξαίρεση της επίκλησης ζωτικού εθνικού συμφέροντος), επιμένοντας στη χρήση της ομοφωνίας.

Την πρόταση της ιταλικής προεδρίας υποστήριξαν εξαρχής η Γερμανία, η Ελλάδα, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο.

ΑΠΕ