27

Σειρά ενεργειών του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών που «δεν συνάδουν με τη δημοσιονομική ευταξία» διαπιστώνει η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2002, η οποία παραδόθηκε την Παρασκευή στον πρόεδρο της Βουλής.

Αναλυτικά, στην έκθεση διαπιστώνεται κατ αρχάς ότι τα εισπραχθέντα από το κράτος έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού υπολείπονται των εισπρακτέων (βεβαιωθέντων) κατά 23,82%, ενώ υπολείπονται έναντι των προϋπολογισθέντων κατά 1,75%. Ο δανεισμός εσωτερικού είναι αυξημένος σε σχέση με το 2001 κατά 100%, ενώ ο δανεισμός εξωτερικού είναι μειωμένος κατά 46,7%. Τα φορολογικά έσοδα, τόσο από τους άμεσους, όσο και από τους έμμεσους φόρους, είναι αυξημένα κατά 9% και 7,73% αντίστοιχα σε σχέση με το 2001.

Δαπάνες

Τα έξοδα κατά το οικονομικό έτος 2002 παρουσιάζονται αυξημένα κατά 9,1% σε σχέση με τα προϋπολογισθέντα (διαφορά 5.184.527.800 ευρώ) και τα πληρωθέντα έξοδα του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν στο ποσό των 62.130.761.672 ευρώ: Για τόκους δημοσίου χρέους πληρώθηκε ποσό 8.535.815.181 ευρώ, για χρεωλύσια δημοσίου χρέους 21.586.702.326 ευρώ, για δαπάνες δημοσίου χρέους 59.863.817 ευρώ και για λοιπά έξοδα 3.017.170.750 ευρώ.

Οι δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις παρουσιάζονται μειωμένες σε ποσοστό 10,56%, το δημόσιο χρέος εμφανίζεται αυξημένο κατά 7,7% όπως επίσης και το χρέος των Ενόπλων Δυνάμεων (+6,96%).

Ειδικοί λογαριασμοί

Στις ειδικές παρατηρήσεις της έκθεσης επί των εσόδων και των εξόδων, το Ελεγκτικό Συνέδριο επικαλείται το άρθρο 79 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «όλα τα έσοδα και έξοδα του Κκάτους πρέπει να αναγράφονται στον ετήσιο προϋπολογισμό και τον απολογισμό του κράτους», για να παρατηρήσει ότι η συγκρότηση σειράς λογαριασμών που κινούνται εκτός προϋπολογισμού (ειδικοί λογαριασμοί) και εντός της δημόσιας ληψοδοσίας «δεν συνάδει στη συνταγματική και δημοσιολογιστική ευταξία».

Τέτοιος είναι ο «Ειδικός Λογαριασμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους» που, κινούμενος εκτός προϋπολογισμού και εντός δημόσιας ληψοδοσίας, «έχει ως συνέπεια, τη μη εμφάνιση των εσόδων που κατατίθενται σε αυτόν και των πληρωμών που γίνονται από αυτόν στον προϋπολογισμό και απολογισμό του κράτους».

Αντίστοιχα, μη συμβατή με τη «δημοσιολογιστική τάξη» κρίνει η έκθεση και τη μη εμφάνιση στα έξοδα του προϋπολογισμού και απολογισμού ποσών συνολικού ύψους 59.788.414 ευρώ, που πληρώθηκαν στο πλαίσιο τιτλοποίησης μελλοντικών εσόδων του Δημοσίου, «καίτοι τα ποσά αυτά εισπράχθηκαν και εμφανίστηκαν στα έσοδα του προϋπολογισμού».

«Η εμφάνιση των ανωτέρων ποσών στα έσοδα προϋπολογισμού και απολογισμού και η μη ταυτόχρονη εμφάνισή τους στα έξοδα του προϋπολογισμού, ενώ έχουν ήδη πληρωθεί τα ποσά αυτά, αφενός συντελεί στη μη ορθή απεικόνιση των εσόδων στον απολογισμό, αφετέρου δημιουργεί δυσκολία τακτοποιήσεώς τους στα επόμενα οικονομικά έτη» αναφέρεται στην έκθεση.

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται για δάνεια που συνήφθησαν στο πλαίσιο του χρέους των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς ποσά ύψους 1,758 τρισ. δρχ. δεν εμφανίστηκαν στους προϋπολογισμούς της επταετίας 1994-2001 υπό την επίκληση «τεχνικών λόγων» εκ μέρους της κυβέρνησης. Παραλλήλως, αναφέρεται ότι για το 2002 δεν εμφανίζονται στα έσοδα του προϋπολογισμού ποσά από δάνεια ύψους 174 εκατ. δολαρίων και 500 εκατ. ευρώ.

«Εκτός συνταγματικής και δημοσιολογιστικής τάξης» τίθεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο και ο ειδικός λογαριασμός που συστήθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος για τα έσοδα, τις δαπάνες και τις προμήθειες που αφορούν στις αποκρατικοποιήσεις. «Οι χρεωπιστώσεις του ως άνω λογαριασμού, λόγω του ότι αυτός κινείται εκτός δημόσιας ληψοδοσίας, δεν περιήλθαν εις γνώσιν του Ελεγκτικού Συνεδρίου και συνεπώς κατέστη ανέφικτος ο έλεγχος αυτών» σημειώνεται.

Τέλος, αντίστοιχες παρατηρήσεις επιφυλάσσει η έκθεση και σε λογαριασμούς του ισολογισμού, οι οποίοι παραμένουν «ατακτοποίητοι» με συνέπεια, να μην καταγράφονται οι πιστώσεις τους στα έξοδα του προϋπολογισμού.

Ιδιαίτερα, σε ό,τι αφορά τους λογαριασμούς δημοσίων επενδύσεων με τίτλο «Τακτοποιητέες πληρωμές Δημοσίων Επενδύσεων», το Ελεγκτικό Συνέδριο παρατηρεί: «Στην προκείμενη περίπτωση, η μη ενταλματοποίηση μεγάλων εκταμιευθέντων ποσών, αφενός δημιουργεί κίνδυνο απωλείας των δικαιολογητικών αυτών, αφετέρου αποτρέπει τον έλεγχο των εν λόγω πληρωμών, με αποτέλεσμα να μη διαπιστώνεται η νομιμότητα και η κανονικότητα της δαπάνης και τα τυχόν ελλείμματα που δημιουργήθηκαν κατά τη διαχείριση των κονδυλίων αυτών από τους υπολόγους των έργων».

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ