Τι να τους κάνουμε τους rock σταρ όταν γερνάνε; Να τους περιφέρουμε ως αειθαλή θαύματα (ή μήπως τέρατα;) της φύσεως ανά τις αρένες της υφηλίου για να κόβονται εισητήρια; Να τους μεταμορφώνουμε σε «ώριμους» γκουρού της ενδοσκόπησης και της εξομολογητικής (αλλά και άνευρης και συχνά καταθλιπτικής) τραγουδοποιίας; Να τους εκτρέπουμε στις -τόσο της μόδας εσχάτως- «μουσικές του κόσμου» ή σε συνεργασίες με κλασικές ορχήστρες και σύνολα εγχόρδων; Ή μήπως να τους επιτρέπουμε μια τελευταία «επανένωση» μήπως και βγάλουν την αμοιβή του οίκου ευγηρίας;
Ο Bowie, στα 56 του, δεν είναι από εκείνους που υπάρχει περίπτωση να προκαλέσουν το χλευασμό. «Γερνάει» με ένα απολύτως δικό του τρόπο (όπως δηλαδή έχει κάνει και οτιδήποτε άλλο στην επεισοδιακή ζωή του) που αφορά περισσότερο σε αισθητική επανεκτίμηση (εκσυγχρονισμό) και πολύ λιγότερο σε φθορά. Με τη συνεργασία του δοκιμασμένου συνεργάτη του Tony Visconti («Heathen«, «Scary Monsters») στην παραγωγή ο Bowie συνέλαβε και υλοποίησε το «Reality» ως μια συλλογή τραγουδιών κατάλληλη να αποδώσει τα μέγιστα από σκηνής· στη διάρκεια, με άλλα λόγια, της παγκόσμιας περιοδείας που ακολούθησε καταπόδας την κυκλοφορία του άλμπουμ -η πρώτη για τον «λεπτό λευκό δούκα» σε διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας.
Στολισμένα με επιθετικές ηλεκτρικές κιθάρες, σαγηνευτικούς παλμούς του μπάσου, στιβαρούς ρυθμούς των ντραμς και ένα σωρό ηλεκτρονικά καλούδια τα εννέα νέα τραγούδια του Bowie (συν δύο αναπάντεχες όσο και απολαυστικές διασκευές στο «Pablo Picasso» του άφθαστου Jonathan Richman και στο «Try Some, Buy Some» του πρόωρα εκλιπόντος George Harrison) διηγούνται φινετσάτες ιστορίες πολιτικού/κοινωνικού προβληματισμού, επίκρισης αλλά και αισιοδοξίας. «Κλασικός» Bowie δηλαδή.