27

Δεν υπάρχει τίποτε που να μισούν περισσότερο οι επενδυτές από την αβεβαιότητα. Την ίδια ώρα που τα τύμπανα του πολέμου στο Ιράκ χτυπούν όλο και πιο δυνατά, οι αναλυτές «στοιχηματίζουν» για το εάν στις αγορές θα επαναληφθεί το σενάριο του 1991.

Όπως επισημαίνει σε ειδική ανάλυση το Reuters, μετά τις 17 Ιανουαρίου 1991, όταν άρχισε η αμερικανική επίθεση κατά του Ιράκ, η Γουόλ Στριτ είχε κάνει ράλι, η τιμή του χρυσού είχε υποχωρήσει ραγδαία και το πετρέλαιο είχε απωλέσει το 1/3 της αξίας του. Ήταν το αποκαλούμενο ράλι ανακούφισης, το οποίο ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι θα επαναληφθεί όταν αρχίσει η νέα εκστρατεία κατά του Σαντάμ Χουσεΐν.

Αλλά η ιστορία επαναλαμβάνεται;

Δεν υπάρχει τίποτε που να μισούν περισσότερο οι επενδυτές από την αβεβαιότητα και το ζήτημα του Ιράκ καθορίζει τις κινήσεις των επενδυτών εδώ και αρκετούς μήνες. Οι επενδυτές απέχουν από τις αγορές, καθώς δεν είναι σίγουροι για το πότε (και όχι τόσο για το εάν) θα αρχίσει η επέμβαση κατά του ιρακινού καθεστώτος και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις της, περιμένοντας την έναρξη ενός νέου ράλι.

Όταν το Ιράκ εισέβαλε στο Κουβέιτ, τον Αύγουστο του 1990, ο Dow Jones είχε «βουλιάξει» κατά 18%. Μετά από μία μικρή άνοδο απώλεσε άλλο ένα 6% της αξίας του από τα Χριστούγεννα του 1990 έως τις 9 Ιανουαρίου 1991 και την ημέρα που άρχισε ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο «σκαρφάλωσε» υψηλότερα κατά 4,6%, που μέχρι τότε ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδος στην ιστορία του.

Το πετρέλαιο, που είχε εκτιναχθεί πάνω από τα 40 δολάρια τον Οκτώβριο του 1990, υποχώρησε κατά 10 δολάρια και ο χρυσός έπεσε στα 380 δολάρια η ουγγιά περίπου (από τα 403), διαψεύδοντας τις εκτιμήσεις ότι με την έναρξη των εχθροπραξιών θα ενισχυόταν περαιτέρω ως «ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο».

Deja vu?

Η εξήγηση για αυτή την «ανορθολογική» συμπεριφορά των αγορών ήταν ότι η έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων τερμάτισε την αβεβαιότητα. Σύντομα μάλιστα κατέστη σαφές ότι η σύγκρουση θα ήταν μικρής χρονικής διάρκειας και ότι θα κατέληγε με την επικράτηση των ΗΠΑ. Όμως, τώρα τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι πιθανότητες τόσο για ένα σύντομο όσο και για ένα παρατεταμένο πόλεμο είναι μοιρασμένες. Για παράδειγμα η ολλανδική επενδυτική τράπεζα ING σημείωνε σε σημείωμα της προς τους επενδυτές ότι η κυρίαρχη άποψη περί ενός σύντομου πολέμου είναι αισιόδοξη και προέβλεπε ότι οι επιχειρήσεις θα διαρκέσουν πάνω από δύο μήνες.

Αλλοι, όπως η επενδυτική τράπεζα Dresdner Kleinwort Wasserstein, λένε ότι ακόμη και εάν υπάρξει ένα «ράλι ανακούφισης», η ασθενής κατάσταση της αμερικανικής οιικονομίας θα επανέλθει στο προσκήνιο. Αυτή όμως δεν είναι μία καινούρια σκέψη.

«Αυτή είναι μία δικαιολογημένη ευφορία» είχε δηλώσει στο Reuters το 1991 ο Κεν Λούκας της Newbold Hopper Soliday, όταν οι αγορές «πανηγύριζαν» το ξεκίνημα του πολέμου. «Δυστυχώς, θα έχουμε πάλι άσχημα νέα και θα έχουμε ακόμη να ανησυχούμε για την οικονομία» είχε προσθέσει.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ