27

Η συνεχιζόμενη επιβράδυνση της πτωτικής πορείας των εξαγωγών κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2002, δημιουργεί βάσιμες ελπίδες ότι σε ολόκληρο το προηγούμενο έτος δεν υποχώρησαν περαιτέρω, όπως εκτιμά ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων (ΠΣΕ).

Στη χειρότερη περίπτωση υπολογίζεται ότι οι εξαγωγές παρέμειναν στάσιμες, σύμφωνα με τα περυσινά στοιχεία. Οι ελπίδες αυτές στηρίζονται στη σχετικά βελτιωμένη εικόνα που εμφανίζει η αξία των ελληνικών εξαγωγών προς το βιομηχανικό κόσμο, όπου η πτώση έχει σχεδόν εκμηδενιστεί.

Στην εξέλιξη αυτή συμβάλλει και η υποτίμηση του αμερικάνικου νομίσματος έναντι του ευρώ, καθώς για πρώτη φορά η μέτρηση της αξίας των ελληνικών εξαγωγών γίνεται σε ένα νόμισμα ισχυρότερο σε σχέση με το δολάριο.

Οι εξαγωγές στο εννεάμηνο, σε δολάρια τρέχουσας αξίας, υποχώρησαν κατά 1,4% (σε σχέση με πτώση 2,7% στο οκτάμηνο), ενώ στο βιομηχανικό κόσμο η υποχώρηση περιορίζεται σε 0,6%. Προς τους εταίρους της Ελλάδας στην ΕΕ η πτώση περιορίζεται σε 1,2% (από 3,4% στο οκτάμηνο). Αντίθετα, οι εισαγωγές αυξήθηκαν στο ίδιο διάστημα κατά 6,1% συνολικά και κατά 5,2% από τους εταίρους στην ΕΕ.

Λόγω της ανατίμησης του ευρώ σε σχέση με το αμερικάνικο νόμισμα όμως, η εικόνα στο ενιαίο νόμισμα διαφέρει: Οι ελληνικές εξαγωγές σε ευρώ υποχωρούν στο εννεάμηνο κατά 4,4% συνολικά και κατά 4,2% προς την ΕΕ. Οι εισαγωγές προς Ελλάδα στο ίδιο διάστημα αυξάνονται κατά 2,8% και 2% αντιστοίχως.

Προς τις λοιπές χώρες του ΟΟΣΑ στις οποίες περιλαμβάνονται δύο μεγάλοι εμπορικοί εταίροι της χώρας, οι ΗΠΑ και η Τουρκία, η εικόνα παραμένει θετική. Ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ ενισχύεται, ενώ η ανάκαμψη των εξαγωγών προς την Τουρκία ύστερα από τη μεγάλη πτώση στο 2001 λόγω της οικονομικής κρίσης στη γειτονική χώρα, συνεχίζεται με τον ίδιο ρυθμό (13,1%). Όταν θα κλείσει στατιστικώς το έτος, η αξία των εξαγωγών θα βρίσκεται σημαντικά κάτω απο το κορυφαίο ύψος (580 εκατ. δολ) που είχαν φτάσει στο 2000.

Στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ η ανάκαμψη των ελληνικών εξαγωγών είναι σχεδόν καθολική. Εκτός απο την ενίσχυση των εξαγωγών προς τη Ρωσία (4%), συνεχίζεται ο υπερδιπλασιασμός των εξαγωγών προς την Ουκρανία σε σχέση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2001. Η αξία τους όμως τελικά δεν θα φτάσει το 2002 στα επίπεδα των προηγούμενων ετών.

Προς τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας η υποχώρηση συνεχίζεται, κυρίως λόγω της σημαντικής πτώσης των ελληνικών εξαγωγών προς την ΠΓΔΜ, η οποία μάλιστα επιταχύνεται (-14,5%). Οι εξαγωγές προς την Αλβανία παραμένουν στάσιμες. Η πτώση των εξαγωγών προς τις δύο χώρες των ανατολικών Βαλκανίων, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, που οφείλεται κυρίως στη σοβαρή υποχώρηση προς τη δεύτερη (-25%), επιβραδύνεται. Το ίδιο συμβαίνει και στις εξαγωγές προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία και Ουγγαρία).

Πιο ενθαρρυντική είναι η εικόνα των εξαγωγών προς τις χώρες της Μ. Ανατολής και της Β. Αφρικής, όπου η ισχυρή άνοδος προς τη Λιβύη, τη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ αντισταθμίζει τις μη ικανοποιητικές επιδόσεις σε ορισμένες άλλες χώρες της περιοχής.

Προς τις χώρες των υπόλοιπων περιοχών (Μεσόγειος, Ν.Α. Ασία, Λατινική Αμερική) η πτώση συνεχίζεται, ενώ οι εξαγωγές προς τις λεγόμενες «υπόλοιπες χώρες» εμφανίζουν σημαντική άνοδο. Η θεαματική άνοδος των εξαγωγών προς την Ινδία και την Κίνα συνεχίζεται, δημιουργώντας τη βάσιμη ελπίδα ότι οι δύο πιο πολυάνθρωπες χώρες της γης θα πάψουν απο το 2002 να είναι ασήμαντες εξαγωγικές αγορές για τα ελληνικά προϊόντα.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ