27

Το έλλειμμα της Ελλάδας στο εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων που άρχισε να εμφανίζεται σποραδικά στη δεκαετία του 1980, μονιμοποιήθηκε την περασμένη δεκαετία και σε μέσα επίπεδα σχεδόν διπλασιάστηκε την τελευταία πενταετία, σύμφωνα με στοιχεία του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ).


Η Ελλάδα, αν και μικρός εξαγωγέας αγροτικών προϊόντων, σύμφωνα με τον ΠΣΕ, εξαρτάται από τη δραστηριότητα στον τομέα αυτό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ. Η συμμετοχή των αγροτικών προϊόντων κινήθηκε, την περασμένη δεκαετία, μεταξύ 30% και 35% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών σε αξία.


Το έλλειμμα εντοπίζεται στο εμπόριο με τους εταίρους μας στην ΕΕ, δεδομένου ότι το εμπόριο με τις τρίτες χώρες στα αγροτικά προϊόντα είναι πλεονασματικό. Αυτό το έλλειμμα, το οποίο οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στα ελλειμματικά ισοζύγια των κρεάτων και των γαλακτοκομικών προϊόντων, αντιπροσώπευε στο τελευταίο έτος της εξεταζόμενης περιόδου (1999) για το οποίο υπάρχουν οριστικά στοιχεία, σχεδόν το 1/3 των ελληνικών εξαγωγών αγροτικών προϊόντων και λίγο πάνω από το 10% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών αυτό το έτος. Μόνο το έλλειμμα στο ισοζύγιο των κρεάτων υπερέβαινε το συνολικό έλλειμμα στο ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων (741 εκατ. δολ. έναντι 689 εκατ. δολ.).


Το 1999, τελευταίο έτος της εξεταζόμενης περιόδου, οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων έφτασαν σε 3,5 εκατ. τόνους, συνολικής αξίας 3,5 δισ. δολαρίων. Στα τελευταία δέκα χρόνια οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων σε αξία αυξήθηκαν κατά 36%, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές κατά 39%.


Το εμπορικό ισοζύγιο στα αγροτικά προϊόντα εμφάνιζε παραδοσιακά πλεόνασμα, αν και κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 οι εισαγωγές αυξάνονταν ταχύτερα από τις εξαγωγές. Από τη δεκαετία του 1980 άρχισε να γίνεται ελλειμματικό. Ως προς τον όγκο, πάντως, δηλαδή την ποσότητα σε τόνους, το ισοζύγιο ήταν έντονα πλεονασματικό, αλλά από το 1995 έχει καταστεί ελλειμματικό.


Το μεγαλύτερο ποσοστό των εξαγόμενων αγροτικών προϊόντων σε αξία απορροφάται από τις χώρες της ΕΕ (64% στο 1999) αλλά και το συντριπτικό ποσοστό των εισαγωγών σε αυτά τα προϊόντα προέρχεται από τους εταίρους μας (82% στο 1999). Η συμμετοχή των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων προς τις χώρες της ΕΕ εμφανίζει τάσεις υποχώρησης στην εξεταζόμενη περίοδο. Αντίθετα, αυξανόμενη είναι η συμμετοχή των βαλκανικών χωρών (9% του συνόλου στο 1999).


Το εμπορικό ισοζύγιο στα αγροτικά προϊόντα είναι έντονα ελλειμματικό με την ΕΕ (έλλειμμα 1.207 εκατ. δολ. και λόγος εξαγωγών προς εισαγωγές 65% το 1999). Αντίθετα, είναι πλεονασματικό με τις χώρες της Βαλκανικής, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, με τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αμερική και τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ.


Κυριότερες χώρες εισαγωγής των ελληνικών αγροτικών προϊόντων είναι η Ιταλία (25% του συνόλου στο 1999), η Γερμανία (16%), η Βρετανία (8%), οι ΗΠΑ (5%) και η Ισπανία (4%).


Τα τρόφιμα κυριαρχούν στις ελληνικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, με κύρια προϊόντα τα φρούτα και τα λαχανικά που το 1999 κάλυπταν το 32% των εξαγωγών σε αγροτικά προϊόντα και το 10% των ελληνικών εξαγωγών συνολικά.


Το εμπορικό ισοζύγιο είναι πλεονασματικό σε φρούτα και λαχανικά (683 εκατ. δολ. το 1999), σε φυτικά έλαια και λίπη (491 εκατ. δολ.), σε υφαντικές ίνες (330 εκατ. δολ.) και σε καπνά (229 εκατ. δολ.). Οι υπόλοιπες υποκατηγορίες παρουσιάζουν ελλειμματικό ισοζύγιο, με σημαντικότερο αυτό των κρεάτων (-741 εκατ. δολ.) και των γαλακτοκομικών (-402 εκατ. δολ.).


Σημαντικό είναι επίσης το έλλειμμα στις κτηνοτροφές και τα ποτά. Έντονα αρνητικό έγινε και το ισοζύγιο στα δημητριακά (-201 εκατ. δολ.), το οποίο ήταν πλεονασματικό στα πρώτα έτη της εξεταζόμενης περιόδου, εκτός του 1990.


Οι κυριότερες εξαγόμενες ομάδες αγροτικών προϊόντων είναι κατά σειρά τα φρούτα και τα λαχανικά (1,1 δισ. δολ., 32% των συνολικών εξαγωγών γεωργικών προϊόντων), τα φυτικά έλαια και λίπη (559 εκατ. δολ., 16%), τα καπνά και τα προϊόντα τους (504 εκατ. δολ., 15%), οι υφαντικές ίνες (356 εκατ. δολ., 10%) και τα ψάρια (304 εκατ. δολ., 8%).


Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ