Σκωπτικός -ενίοτε σαρδόνιος («μα δεν προφταίνουμε να ράψουμε στολή για την ψυχή μας κι έτσι την αγοράζουμε απ’ τα ετοιματζίδικα»)-, διαβρωτικός, οξυδερκής ο μουσικός λόγος του Χρήστου Αλεξόπουλου εντάσσεται σε ένα αυτονομημένο κρατίδιο της επικράτειας του σύγχρονου ελληνικού ήχου, τα ήθη και τους θεσμούς του οποίου καλείται να καθορίσει κατ’ αποκλειστικότητα ο δημιουργός του.
Η πρόταση του Αλεξόπουλου συνοψίζεται σε μια τραγουδοποιία ελλειπτική, γεμάτη μικρές εκπλήξεις και μεγάλα υπονοούμενα («…Δε[ν] θα πω. Θα πρέπει να μαντέψεις…»), που προτιμά όχι τόσο να αφηγείται όσο να ανάβει φιτιλιές κι έπειτα να αποσύρεται ήσυχα από το προσκήνιο με σκανδαλιάρικο χαμόγελο· που χτίζει το προφίλ της μέσα από επαναλαμβανόμενες ακροάσεις και απαιτεί χρόνο για να δράσει («Βαριέσαι να με μάθεις. Δεν προλαβαίνεις»).
Στο πλάσιμο του έντεχνου χαρακτήρα αυτού του δεύτερου προσωπικού άλμπουμ του (έχουν προηγηθεί το «Η Αλλη Πλευρά» το 2000 και το EP «Κύκλος» το 1999) συνεισφέρει με τρόπο ουσιαστικό μια μεγάλη ομάδα από καλλιτέχνες σε κιθάρες, φλάουτο, όμποε, αγγλικό και γαλλικό κόρνο, τρομπέτες, τρομπόνι, κρουστά, βιολί, βιόλα, ντραμς, κοντραμπάσο, φωνητικά, που πλαισιώνει τον ίδιο τον Αλεξόπουλο, ο οποίος έχει γράψει όλες τις συνθέσεις και τους περισσότερους στίχους, ενορχηστρώνει, τραγουδά και παίζει πιάνο και πληκτροφόρα.