50

Η ρωσική οικονομία παραμένει σε επισφαλή κατάσταση και οι οικονομικοί δείκτες αποτελούν πηγή ανησυχίας, υποστήριξε ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν την Τρίτη, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην Ανω και Κάτω Βουλή της χώρας.

Οι προσπάθειες πολιτικής σταθεροποίησης, σύμφωνα με τον Βλ.Πούτιν, απέδωσαν τα μέγιστα κατά το περασμένο έτος, ωστόσο στον οικονομικό τομέα εξακολουθεί να επικρατεί ρευστότητα.


«Τους τελευταίους μήνες, η επιδείνωση των οικονομικών δεικτών προκαλεί ανησυχίες, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της αβεβαιότητας που επικρατεί για την κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας. Μέχρι στιγμής έχουμε μόνο σχετική οικονομική σταθερότητα» σημείωσε ο Ρώσος πρόεδρος.


Όπως μεταδίδει το ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, ο κ. Πούτιν έκανε ιδιαίτερη μνεία στο πρόβλημα της εκροής κεφαλαίων, ύψους 20 δισ. δολαρίων ετησίως, απέδωσε την εξέλιξη αυτή στην απουσία ευνοϊκού επενδυτικού κλίματος και σημείωσε ότι με αυτόν τον τρόπο υπονομεύεται μια βιώσιμη ανάπτυξη.


Παράλληλα, γνωστοποίησε την πολιτική του θέση υπέρ της επέκτασης της ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, με την προϋπόθεση όμως της υπαγωγής σε αυστηρούς όρους.


«Οι ιδιωτικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στις οποίες μετέχει το κράτος, ήδη καλύπτουν περισσότερες από τις μισές ανάγκες σε αμυντικό υλικό. Θα έπρεπε να επεκτείνουμε την πρακτική της συμμετοχής μη κρατικών επιχειρήσεων στην έρευνα και την παραγωγή αμυντικού εξοπλισμού, αλλά μόνο υπό τον όρο ότι καλύπτονται όλες οι προϋποθέσεις» παρατήρησε ο κ. Πούτιν.


Στην ατζέντα του Ρώσου προέδρου βρίσκεται σε άμεση προτεραιότητα η αναδιάρθρωση του κυβερνητικού επιτελείου, όπως φάνηκε και από την αιφνιδιαστική αλλαγή στα υπουργεία Αμυνας και Εσωτερικών, όπου τοποθετήθηκαν επικεφαλής οι Σεργκέι Ιβανόφ και Μπορίς Γκριζλόφ αντίστοιχα.


Στον τομέα της οικονομίας οι στόχοι που θα επιδιωχθούν το 2001 -όπως τους προσδιόρισε ο πρωθυπουργός, Μιχαήλ Κασιάνοφ- είναι η ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων στο φορολογικό και συνταξιοδοτικό σύστημα, και στην πολιτική στέγασης, καθώς και η αναδιάρθρωση των κρατικών μονοπωλίων.


Οι επικριτές του Ρώσου προέδρου τού προσάπτουν υπερβολικό συγκεντρωτισμό και αδυναμία στο να προωθήσει επαρκώς τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, παρά την ευνοϊκή πολιτική συγκυρία και τα σημαντικά έσοδα της χώρας από τις εξαγωγές πετρελαίου.


Ο αναπτυξιακός ρυθμός της Ρωσίας που το 2000 ανήλθε σε 7% αναμένεται να επιβραδυνθεί σημαντικά. Οι πλέον απαισιόδοξοι εκτιμούν μάλιστα ότι το ρωσικό ΑΕΠ θα μεγεθυνθεί κατά λιγότερο από 4% το τρέχον έτος. Ανησυχίες διατυπώνονται και για την πορεία του πληθωρισμού που θα υπερβεί το στόχο του 12% – 14%.


Έκκληση ΔΝΤ προς Ρωσία


Να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να αναχαιτιστεί η υπερβολική πραγματική ανατίμηση του ρωσικού ρουβλίου, κάλεσε τη ρωσική κυβέρνηση ο αξιωματούχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Γκέραρντ Μπέλαντζερ, την Τρίτη.


Ο κ. Μπέλαντζερ επέστησε την προσοχή στο θέμα του ρουβλίου, σημειώνοντας ότι η πραγματική ανατίμηση ενδέχεται να υπονομεύσει την ανάκαμψη της ρωσικής οικονομίας. Υπογράμμισε, επίσης, τη σημασία μιας συνετής οικονομικής και νομισματικής πολιτικής, και της αναγκαίας αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος, ώστε να επιτευχθεί μακροοικονομική σταθερότητα στη χώρα.


Ο αξιωματούχος τόνισε, επίσης, τη σημασία της επίλυσης των προβλημάτων που αφορούν στο αντισταθμιστικό εμπόριο (ανταλλαγή αγαθών).

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ