Ο Bach θεωρούσε τις παραλλαγές Goldberg κυρίως σαν ένα κομμάτι μελέτης, μια σπουδή, που είχε συνθέσει για να παίζει στο τσέμπαλο ο ταλαντούχος προστατευόμενός του Johann Gottlieb Goldberg. Στην πραγματικότητα όμως, αυτή η φαινομενικά απλή μελωδία που την ακολουθούν τριάντα παραλλαγές, απαιτεί τέτοιες δεξιοτεχνικές ικανότητες ώστε να προβληματίζει κάθε εκτελεστή πληκτροφόρου. Ταχύτητα και τεχνική αρτιότητα, ελαφρύ παίξιμο, μεγάλη ανεξαρτησία στα δάκτυλα και καλλιεργημένη μουσικότητα είναι από τα βασικά στοιχεία για να προσεγγίσει κανείς το έργο. Και μαζί με αυτά το πάθος και η θεατρικότητα που χαρακτηρίζουν τη μουσική του Bach πρέπει να είναι εύκολα αντιληπτά.
Τα στοιχεία αυτά έκαναν για πολλά χρόνια τις παραλλαγές Goldberg ένα έργο που έχαιρε εκτίμησης, παρόλα αυτά όμως η πλειοψηφία των εκτελεστών απέφευγε να το περιλάβει στα προγράμματα συναυλιών. Τα πράγματα άλλαξαν όταν ο Glen Gould και ο Gustav Leonhardt ηχογράφησαν ο καθένας με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο το έργο.
Ο Murray Perahia, ύστερα από την ενθουσιώδη υποδοχή που επεφύλαξαν κοινό και κριτικοί στις ‘Αγγλικές Σουίτες’ που κυκλοφόρησαν το 1998, αποφάσισε να δώσει την δική του κατάθεση στο ιδιοφυές αυτό έργο του Bach, τις παραλλαγές Goldberg, πενήντα σχεδόν χρόνια μετά την ηχογράφηση του Gould. Με έντονα προσωπικό ύφος, ανεπιτήδευτο και πειθαρχημένο παίξιμο, ωραίο διαυγή ήχο και πλούσια ηχοχρώματα πετυχαίνει να δώσει υπόσταση στην απλούστερη συγχορδία και να κάνει κάθε μελωδία μοναδική δίνοντας μία νέα αξιοπρόσεχτη ερμηνεία του έργου.