Αμεσα αναγκαίες οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική οικονομία
Τη σχετικά χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας επισημαίνει, σε συνέντευξή του που δημοσιεύεται την Κυριακή στην εφημερίδα Καθημερινή, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Λουκάς Παπαδήμος, και εκφράζει την εκτίμηση ότι θα χρειαστεί μεγαλύτερη προσπάθεια στο μέλλον. Παράλληλα, εντοπίζει τις λύσεις του προβλήματος στην εφαρμογή κατάλληλης οικονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής για την ενίσχυσή της.
53
Τη σχετικά χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας επισημαίνει, σε συνέντευξή του που δημοσιεύεται την Κυριακή στην εφημερίδα Καθημερινή, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Λουκάς Παπαδήμος, και εκφράζει την εκτίμηση ότι θα χρειαστεί μεγαλύτερη προσπάθεια στο μέλλον. Παράλληλα, εντοπίζει τις λύσεις του προβλήματος στην εφαρμογή κατάλληλης οικονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής για την ενίσχυσή της.
Συγκεκριμένα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, σχολιάζοντας τις επιπτώσεις που θα έχει στην ελληνική οικονομία η ένταξη στη ζώνη του ευρώ, τονίζει ότι «δεν θα είναι εφικτό να ασκηθεί εθνική νομισματική πολιτική για την αντιμετώπιση εγχώριων πληθωριστικών πιέσεων ή εξωγενών διαταραχών που επηρεάζουν την ελληνική οικονομία διαφορετικά από ό,τι τις άλλες χώρες».
Επίσης, υπογραμμίζει ότι το νέο περιβάλλον «εντείνει τον ανταγωνισμό και οδηγεί στην ταχεία οικονομική αναδιάρθρωση και βελτίωση της παραγωγικότητας, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, η οποία, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειώσει τα τελευταία χρόνια, χαρακτηρίζεται από σχετικά χαμηλή ανταγωνιστικότητα και θα απαιτηθεί μεγαλύτερη προσπάθεια».
Όσον αφορά στις αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ο Λ.Παπαδήμος κάνει λόγο για αύξηση της ανταγωνιστικότητας μέσω αναδιάρθρωσης της παραγωγικής διαδικασίας ιδιωτικών και δημόσιων επιχειρήσεων, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών τους, και να μειωθεί το λειτουργικό κόστος.
Ακόμα, αναφέρεται στη σημασία της ταχύτερης απελευθέρωσης των αγορών, της ολοκλήρωσης των ιδιωτικοποιήσεων, της βελτίωσης της προσαρμοστικότητας και της αποτελεσματικής λειτουργίας της αγοράς εργασίας. Ο κ. Παπαδήμος δηλώνει ότι προς την κατεύθυνση της ανταγωνιστικότητας και με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια οφείλουν να λειτουργούν και οι δημόσιες επιχειρήσεις και φορείς.
Στο πλαίσιο των απαραίτητων αλλαγών ο διοικητής της ΤτΕ εντάσσει και την ενίσχυση της τεχνολογικής έρευνας, την προώθηση νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, την αναβάθμιση της παιδείας και της επαγγελματικής κατάρτισης, τη βελτίωση της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, τη στήριξη και την προώθηση των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με τον κ. Παπαδήμο, η περικοπή των δαπανών θα πρέπει να επικεντρωθεί «στις καταναλωτικές δαπάνες και στις επιχορηγήσεις δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, καθώς έχουν διαμορφωθεί σε υψηλό επίπεδο και επειδή δεν ενδείκνυται η περικοπή δαπανών σε τομείς, όπως η υγεία ή η παιδεία». Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι ο στόχος θα επιτευχθεί με «την επιτάχυνση της εφαρμογής των προγραμμάτων εξυγίανσης των δημόσιων επιχειρήσεων και αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων των ταμείων».
Ο Λ.Παπαδήμος ασκεί κριτική στο ισχύον φορολογικό σύστημα, τονίζοντας την ανάγκη φορολογικής μεταρρύθμισης, για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα και η οικονομική ανάπτυξη, αλλά και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης. Όπως σημειώνει, είναι απαραίτητο «ένα απλό και ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα γα τον επιχειρηματικό τομέα με ενιαίο συντελεστή, το οποίο θα προαγάγει τις επενδύσεις, θα περιορίσει τη φοροδιαφυγή και θα ενισχύσει την αναπτυξιακή διαδικασία».
Για τις χρηματιστηριακές εξελίξεις ο κ. Παπαδήμος δηλώνει ότι θα εξαρτηθούν από την επίδραση ενδογενών και εξωγενών παραγόντων, όπως «το εγχώριο μακροοικονομικό περιβάλλον, τη διεθνή πολιτική συγκυρία, τις συνθήκες στα διεθνή χρηματιστήρια, την εξέλιξη και κερδοφορία των ελληνικών επιχειρήσεων». Επίσης, θεωρεί καθοριστικό το «σημείο εκκίνησης» της ανάκαμψης και την ταχύτητα προώθησης των διαρθρωτικών αλλαγών.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος αποκαλύπτει, επίσης, ότι τα οφέλη που προκύπτουν από τη μείωση του κόστους των δανείων, μέσω της μείωσης των επιτοκίων, δεν αντισταθμίζουν τις αρνητικές συνέπειες. Χαρακτηριστικά καταλήγει ότι «για κάθε μονάδα μείωσης των επιτοκίων καταθέσεων τα ελληνικά νοικοκυριά χάνουν 270 δισεκατομμύρια δραχμές ετησίως».
Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ
- Χωρίς ανακοινώσεις η σύσκεψη για την ευλογιά στο Μαξίμου – Μέτρα προσεχώς…
- Ισπανία: Τρένο συγκρούστηκε με γερανό
- Κακοκαιρία: Γυναίκα παρασύρθηκε με το αυτοκίνητό της στη Βάρη – Έμεινε για τρεις ώρες σε ένα δέντρο
- Έκτακτη χρηματοδότηση για την αποκατάσταση των καταστροφών στο Δήμο Γλυφάδας
- Το ταξίδι του Ολυμπιακού στην Πόλη μέσα από το βίντεο της ΚΑΕ (vid)
- Ποιοι Beatles; Ο Ρόμπι Γουίλιαμς είναι έτοιμος να σπάσει το ρεκόρ των Σκαθαριών που κρατάει 25 χρόνια
