74

Oύτε η πτώση του ευρώ, ούτε η άνοδος της τιμής του πετρελαίου θα επηρεάσουν την αναπτυξιακή προοπτική της ΕΕ. Το συμπέρασμα αυτό προέκυψε από την εκτίμηση της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας, στην οποία προέβη το Συμβούλιο των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών της ΕΕ (ΕCOFIN) κατά τη σύνοδο που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή και τη Δευτέρα στις Βρυξέλλες, με τη συμμετοχή και του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Βιμ Ντούιζενμπεργκ.

Όσον αφορά τον ελληνικό ρυθμό ανάπτυξης, όπως δήλωσε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιάννος Παπαντωνίου, υπήρξε μια μικρή απόκλιση από την πρόβλεψη τόσο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και της κυβέρνησης, που εκτιμούσαν ότι αυτός θα ανερχόταν το 2000 σε 3,5% και 3,8% αντίστοιχα, ενώ τελικά κινήθηκε στο 4,1%. Για το 2001, η Επιτροπή προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης της τάξεως του 4,5% και η κυβέρνηση του 5%, ενώ για το 2002 αναμένουν ποσοστά 4,8% και 5,2%, αντίστοιχα.


Για το 2001, ο υπουργός εξέφρασε συγκρατημένη αισιοδοξία για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, τονίζοντας: «Η επιτάχυνση θα είναι ανάλογη με εκείνη των άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών», αφού παρά τη δυσμενή διεθνή συγκυρία «εμφανίζει δυναμική σταθερότητα».


Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων ο κ. Παπαντωνίου απέδωσε «τα απαισιόδοξα δημοσιεύματα» στην πτώση του χρηματιστηρίου, ενώ χαρακτήρισε την κριτική «κακόπιστη». Αντιθέτως, προσέθεσε, οι οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας θα είναι καλύτερες από τις προβλέψεις και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι στις διεθνείς ανατροπές, «η Ελλάδα αντιστάθηκε επιταχύνοντας τους ρυθμούς ανάπτυξης».

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ