Ηχοι και αισθήσεις από τη μακρινή σε εμάς γεωγραφικά (αλλά όχι και πολιτιστικά…) Ινδία. Μουσικές της ενδοσκόπησης, με όχημα το μαγικό σιτάρ του Ravi Shankar, ο οποίος κατά πολλούς είναι ο πατριάρχης αυτού που σήμερα αποκαλούμε World Music. Πρόκειται για μια κασετίνα με τέσσερις ψηφιακούς δίσκους, αφιερωμένη στα 75 χρόνια του μεγάλου Ινδού καλλιτέχνη, με κομμάτια ανθολογημένα από την πλούσια δισκογραφία του αλλά και ανέκδοτο υλικό από τις αμέτρητες εμφανίσεις του σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το πολύπλοκο μουσικό σύστημα της έντεχνης μουσικής της Ινδίας είχε προκαλέσει από νωρίς το ενδιαφέρον ορισμένων δυτικών ερευνητών. Η ινδική μουσική είναι κληρονόμος μιας μακραίωνης παράδοσης, με πλήθος ράγκας (μουσικοί «δρόμοι» και παράλληλα μουσικές φόρμες) και τάλας (ρυθμικά σχήματα), που το καθένα είναι κατάλληλο για μια ξεχωριστή ώρα της ημέρας ή της νύχτας και για μια συγκεκριμένη εποχή. Λέγεται μάλιστα ότι στην πύλη της πόλης Μπεναρές υπήρχε μια εξέδρα όπου, επί εικοσιτετραώρου βάσεως, όλες τις εποχές του χρόνου, υπήρχαν μουσικοί που έπαιζαν με βάρδιες και λειτουργούσαν ως… μουσικά ρολόγια! Επαιζαν το αντίστοιχο ράγκα ανάλογα με την ώρα και την εποχή. Η ποικιλία των ράγκας δεν μπορεί παρά να μας θυμίσει την αρχαία ελληνική θεωρία περί ήθους στη μουσική. Σύμφωνα με τους αρχαίους Ελληνες, κάθε τρόπος είχε το δικό του «ήθος», εξέφραζε δηλαδή και μια διαφορετική κατάσταση. Αυτό, σε συνδυασμό με τις πάρα πολλές ομοιότητες στη δομή των ράγκα και των αρχαίων ελληνικών «νόμων» (εκτενείς οργανικές συνθέσεις), καθώς και τα κοινά σημεία στο θεωρητικό σύστημα των δύο πολιτισμών κάνουν πολλούς να πιστεύουν ότι οι ομοιότητες αυτές δεν είναι και τόσο τυχαίες…
Η γνωριμία του δυτικού κοινού με την ινδική μουσική άρχισε ήδη από τα χρόνια του ’50, με αποκορύφωμα την έκρηξη του ενδιαφέροντος στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όπου η μουσική αυτή και το σιτάρ ιδιαίτερα έγιναν ένα από τα σύμβολα της γενιάς των χίπις. Η δημοτικότητα του οργάνου οφείλεται στις τεράστιες τεχνικές και εκφραστικές δυνατότητές του. Ο ήχος του είναι πολύ πλούσιος σε αρμονικούς, αφού εκτός από τις επτά κύριες χορδές (με τη μελωδία να παίζεται στις δύο από αυτές), υπάρχουν και έντεκα «συμπαθητικές», οι οποίες ηχούν συντονιζόμενες με την παλμική κίνηση των κύριων χορδών. Ο πλούσιος σε αρμονικούς ήχος, καθώς και τα ιδιαίτερα εύπλαστα «κλισάντι» (γλιστρήματα) αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του οργάνου. Η μαθητεία του οργάνου είναι μακρόχρονη και επίπονη και απαιτεί στενή σχέση του μαθητή με τον «γκουρού» του, ο οποίος του μεταφέρει αυτά που κληρονόμησε από την προφορική παράδοση για τις φράσεις που χαρακτηρίζουν το κάθε ράγκα και τις τεχνικές του αυτοσχεδιασμού. Μόνο όταν ο μαθητής γίνει ένας ολοκληρωμένος μουσικός αποκτά το δικαίωμα να παίξει δημόσια. Αυτήν τη διαδικασία μάθησης ακολούθησε και ο Ravi Shankar, όταν αποφάσισε να αφιερωθεί στη μελέτη του σιτάρ. Είχε προηγηθεί η θητεία του ως χορευτή και μουσικού στο συγκρότημα του αδελφού του, με το οποίο περιόδευσαν στην Ευρώπη και στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και στις αρχές του ’30. Η συμμετοχή του στις παραστάσεις αυτές, η επαφή του με τη μουσική της Δύσης και η αγάπη του για την τζαζ (στην οποία μυήθηκε κατά την παραμονή του στο Χόλιγουντ!) τον βοήθησαν αργότερα να συνεργαστεί με επιτυχία με κορυφαίους δυτικούς μουσικούς και συνθέτες. Ηταν η εποχή των πειραματισμών και της αύξησης του ενδιαφέροντος για τις εξωδυτικές μουσικές. Ετσι ο Ravi Shankar -όχι τυχαία- ήταν αυτός που εκπροσώπησε τη μουσική της πατρίδας του στη Δύση.
Στην έκδοση αυτή τα κομμάτια χωρίζονται σε τέσσερις γενικές κατηγορίες, ενδεικτικές των ενοτήτων στις οποίες θα μπορούσε να χωριστεί το τεράστιο έργο του Ravi Shankar. Σε καθεμία κατηγορία είναι αφιερωμένος και ένας δίσκος. Ετσι, η πρώτη περιλαμβάνει έργα κλασικής ινδικής μουσικής για σόλο σιτάρ, με συνοδεία από το κρουστό τάμπλα και το έγχορδο ταμπούρα. Στα κομμάτια αυτά μπορούμε να διακρίνουμε το εύρος της δεξιοτεχνίας και της έμπνευσης του Ravi Shankar, μολονότι (λόγω του περιορισμένου δισκογραφικού χρόνου ή ακόμη και της περιορισμένης αντοχής που μπορεί να είχε ο μέσος δυτικός ακροατής σε μια άγνωστή του μουσική) δεν του είχε δοθεί η δυνατότητα να αναπτύξει το κάθε ράγκα όπως πραγματικά θα μπορούσε. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει έργα βασισμένα στην ινδική μουσική, που αποδίδονται τόσο με ινδικά όσο και ευρωπαϊκά όργανα. Χαρακτηριστικό είναι ένα έργο όπου ένα σύνολο ινδικών οργάνων πλαισιώνεται από μια ορχήστρα δωματίου, καθώς και κάποια άλλα, όπου ο Ravi Shankar συμμετέχει τόσο ως μουσικός όσο και ως μαέστρος, διευθύνοντας σύνολα από Ινδούς και δυτικούς μουσικούς. Στον τρίτο δίσκο παίρνουμε μια γεύση από τις «συναντήσεις» Ανατολής – Δύσης, όπου ο Ravi Shankar συνεργάστηκε με συμφωνικές ορχήστρες και με κορυφαίους σολίστες της δυτικής μουσικής, όπως ο βιολονίστας Yehudi Menuhin ή ο φλαουτίστας Jean-Pierre Rampal. Χαρακτηριστικά είναι τα κονσέρτα για σιτάρ και ορχήστρα, καθώς και η κοινή εκτέλεση διάφορων ράγκα με τον Yehudi Menuhin, με τον οποίο είχε για πρώτη φορά συνεργαστεί στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Ο τελευταίος δίσκος είναι αφιερωμένος στη φωνητική και την πειραματική μουσική. Πρόκειται για μια πιο «ποπ» εκδοχή του ινδικού ήχου, γεγονός που υπογραμμίζεται τόσο από τους μουσικούς που συνεργάστηκαν, όσο και από τους παραγωγούς. Πολλές από τις ηχογραφήσεις αυτές έχει επιμεληθεί ο ίδιος ο George Harrison των θρυλικών Beatles, ο οποίος ήταν μαθητής του Ravi Shankar.
Η κασετίνα περιλαμβάνει ένα πολυσέλιδο μικρό βιβλίο (αγγλικά), όπου υπάρχουν ένα βιογραφικό σημείωμα του Ravi Shankar, αναλυτική παρουσίαση των κομματιών με όλους τους συντελεστές τους, καθώς και ένα πολύ χρήσιμο γλωσσάρι για την ορολογία της ινδικής μουσικής. Σημαντικό και πολύ πλούσιο είναι και το φωτογραφικό υλικό, με φωτογραφίες του μεγάλου Ινδού δεξιοτέχνη από την παιδική του ηλικία, καθώς και από πολλές συναυλίες και συνεργασίες του με διάφορους μουσικούς.
Μια ιδιαίτερα γοητευτική δισκογραφική πρόταση για τους λάτρεις της ινδικής μουσικής αλλά και για όσους θα ήθελαν να έλθουν σε μια πρώτη -χορταστική – επαφή με αυτήν. Δυνατό σημείο της έκδοσης αυτής είναι το ότι για πρώτη φορά συγκεντρώνονται σε ένα σώμα όλες αυτές οι μουσικές τάσεις που είχαν ως αφετηρία την ινδική μουσική κατά το τελευταίο μισό του αιώνα που μας πέρασε. Οπου μπορεί κανείς τόσο να γοητευτεί από την ινδική κλασική μουσική, όσο και να ακούσει τις ενδιαφέρουσες προτάσεις της «ζεύξης» των δύο μουσικών κόσμων (άλλες φορές πετυχημένες και άλλοτε λίγο αδέξιες) που όμως φανερώνουν ένα πράγμα: την έλξη και τη γοητεία που ασκούσε και ασκεί όλος αυτός ο μουσικός κόσμος σε όσους μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν τα μηνύματά του. Γιατί η ινδική μουσική – και η μουσική της Ανατολής γενικότερα – δεν είναι απλώς ένα σύνολο ήχων. Είναι τρόπος και πρόταση ζωής!..