Τα τραγούδια (lieder) ήταν ένα είδος που ο Franz Schubert αγάπησε ιδιαίτερα, συνέθεσε περισσότερα από εξακόσια, και αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της μουσικής του δημιουργίας και προσφοράς.
Το 1823, σε μία περίοδο μεγάλης κατάπτωσης από τη σύφιλη που τον ταλαιπωρούσε, ανακάλυψε μία σειρά ποιημάτων του όχι πολύ γνωστού ποιητή Wilhelm Muller. Η αμεσότητα αυτών των ποιημάτων τού προκάλεσε τόσο μεγάλη εντύπωση, ώστε διάλεξε είκοσι για να γράψει τον κύκλο «Η ωραία Μυλωνού». Τέσσερα χρόνια αργότερα ξαναγύρισε στα ποιήματα αυτά και συνέθεσε έναν άλλο κύκλο τραγουδιών, το «Χειμωνιάτικο Ταξίδι» (Winterreise).
Στον κύκλο αυτό η απελπισία που συναντάται στην «Ωραία Μυλωνού» φτάνει στα άκρα. Ο Schubert άλλαξε τη σειρά των ποιημάτων του Muller, έτσι ώστε να εξαφανίσει και τις λιγοστές λάμψεις φωτός-ελπίδας που έδινε ο ποιητής. Δεν υπάρχει αληθινή αφήγηση. Ο ακροατής ακολουθεί τον πρωταγωνιστή, απογοητευμένο από τον έρωτα και βαριεστημένο από τα εγκόσμια, στις περιπλανήσεις του στο μοναχικό και αφιλόξενο χειμωνιάτικο τοπίο. Ο ρόλος του πιάνου δεν είναι πλέον συνοδευτικός, χρησιμοποιείται για να ερμηνεύσει τους στίχους, να αποδώσει συναισθήματα και καταστάσεις. Ο Schubert είπε κάποτε ότι σύμφωνα με αυτόν δεν υπάρχει αληθινά χαρούμενη μουσική. Ποτέ όμως πριν δεν είχε επιχειρήσει να γράψει μία τέτοιας έκτασης σύνθεση, πάνω σε ένα θέμα οδύνης, όπως το «Winterreise».
Η ερμηνεία του έργου από το νέο Γερμανό βαρύτονο Dietrich Henschel και τον έμπειρο Αμερικανό πιανίστα Irwin Gage είναι πρώτης γραμμής. Το μεγάλο εύρος μουσικών, ψυχολογικών και ηχοχρωματικών αποχρώσεων βρίσκεται υπό τον απόλυτο έλεγχο των ερμηνευτών και αποδίδεται πιστά, τόσο στο πλαίσιο κάθε τραγουδιού-ποιήματος όσο και στη συνολική θεώρηση του κύκλου. Δημιουργείται έτσι μια συνεχώς αυξανόμενη ένταση, ένα παγερό κλίμα θλίψης και απάρνησης, δίνοντας στο έργο μία θεατρική διάσταση.