Το Γεράκι της Μάλτας είναι η πρώτη ταινία του Huston, ως σκηνοθέτη. Εως τότε ήταν σεναριογράφος στη Warner. Στο συμβόλαιο της τελευταίας του δουλειάς, στην προσαρμογή της αστυνομικής νουβέλας High Sierra του W.R.Burnett, είχε βάλει ως όρο ότι αν το σενάριο γινόταν δεκτό θα του επέτρεπαν να σκηνοθετήσει μια ταινία. Το σενάριο έγινε δεκτό και έτσι ο Huston ξεκίνησε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία. Διάλεξε για θέμα το αστυνομικό μυθιστόρημα του Dashiell Hammett, Το Γεράκι της Μάλτας. Η Warner πρότεινε τον Georges Raft για πρωταγωνιστή, αλλά ευτυχώς αυτός αρνήθηκε να παίξει σε μια ταινία πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και έτσι πήρε το ρόλο ο Bogard, που μέχρι τότε ήταν μάλλον στη μαύρη λίστα της Warner. Ετσι, κατοχυρώνεται στο κινηματογραφικό στερέωμα ως ο σκληρός ντεντέκτιβ Σαμ Σπέιντ.
Το Γεράκι της Μάλτας, αν και κανείς δεν το περίμενε, τότε, έκανε μεγάλη επιτυχία και παραμένει έως σήμερα μία από τις κλασικότερες ταινίες φιλμ νουάρ της δεκαετίας του ’40. Εξάλλου ήταν και η πρώτη της δεκαετίας που επέστρεψε με μια κριτική ματιά πάνω στο φιλμ νουάρ της δεκαετίας του ’30. Ακολούθησαν, με διαφορετική γραφή βέβαια, αλλά με βάση πάντα την αμερικανική αστυνομική λογοτεχνία, τα αριστουργήματα των Hawks, Wilder, Dmytryk και άλλων. Οι κώδικες τόσο της γραφής όσο και της πλοκής είναι σαφείς. Γυναίκες που λένε ψέματα, κάνουν φόνους, πλανεύουν άνδρες, κυρίως ντεντέκτιβ, για να τις βοηθήσουν. Ανδρες που δεν δείχνουν τι σκέφτονται, που πράττουν παρά εξηγούν το τι πρέπει να γίνει. Κάνουν συμμαχίες με όλους, προδίδουν τους πάντες, ζουν για τον εαυτό τους. Ο Huston κάνει ένα αριστουργηματικό φιλμ νουάρ, που ακολουθεί όλους τους κώδικες της behaviorist λογοτεχνίας εκείνης της εποχής, δείχνει την κοινωνία του όπως είναι, χωρίς να κρύβει τον υπόκοσμο και τις σχέσεις μεταξύ τους. Η γραφή δανείζεται τη γλαφυρότητα της αμερικανικής κωμωδίας -πολύς λόγος, μουσικά ευχάριστα περάσματα ανάμεσα στις χρονικές αφηγηματικές ενότητες- και κυρίως κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή για την έκβαση της ίντριγκας η οποία πράγματι είναι απρόβλεπτη και πολύπλοκη. Χωρίς να φτάνει την ποιότητα άλλων εκδόσεων με αποκατεστημένες κόπιες παλαιών παραγωγών, η έκδοση DVD περιοχής 2 είναι ιδιαιτέρως προσεγμένη. Η εικόνα διατηρεί το αυθεντικό τετράγωνο φορμά (1,33:1), με ορατό κόκο σε ορισμένα εξωτερικά πλάνα, και ο ήχος είναι μονοφωνικός αλλά ψηφιακά συμπιεσμένος.