Συνιστώντας μια από τις σημαντικότερες επιρροές τόσο για το glam rock όσο και για το punk, μέσω των σκηνικών του παραστάσεων και της δισκογραφίας του στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο David Bowie γνώρισε διεθνή επιτυχία με την προσανατολισμένη στη χορευτική σκηνή μουσική του από το 1975 και έπειτα. Έφερε στο λεξιλόγιο του rock, του βασικού ρεύματος, τους ρυθμούς της disco, τη soul της Φιλαδέλφειας και τα ηλεκτρονικά, ενώ, ακόμη και στη δεκαετία του ’80, η ανδρογυνία του Michael Jackson και η έκφυλη παρουσία του Boy George των Culture Club χρωστούσαν πολλά στη ρηξικέλευθη στάση που είχε επιδείξει ο Bowie στο πρώτο μισό των ’70s.
Εδώ συναντάμε το «χαμαιλέοντα του rock» στην παγκόσμια περιοδεία του με τον τίτλο «Serious Moonlight», η οποία ακολούθησε την κυκλοφορία του άλμπουμ «Let’s Dance» το 1983, σημειώνοντας εισπρακτικά ρεκόρ σε κάθε πόλη από όπου πέρασε. Πρόκειται για τη συναυλία που δόθηκε στην πόλη Βανκούβερ του Καναδά. Λίγο νωρίτερα, ο Bowie είχε ήδη φιλοξενηθεί στο εξώφυλλο του περιοδικού Time, ενώ εκτιμάται ότι στη διάρκεια της περιοδείας εκείνης ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων, μπροστά στους οποίους εμφανίστηκε, ξεπέρασε τα δύο εκατομμύρια. Το σόου του Βανκούβερ είχε σχεδιαστεί ειδικά για ζωντανή μαγνητοσκόπηση. Από καλλιτεχνική άποψη, ο Bowie αναπαράστησε την ατμόσφαιρα μιας σκηνής δρόμου της Σιγκαπούρης, τονίζοντας τη θεατρική διάσταση της απόπειρας με το να χρησιμοποιεί επί σκηνής ικριώματα και υποστυλώματα. Η διάρκειας 87 λεπτών παραγωγή παρουσιάζει τον Bowie να παίζει κατευθείαν μπροστά στις κάμερες. Η κλασική εμφάνισή του (γαλάζιο σταυρωτό κοστούμι που παραπέμπει σε νεαρό Frank Sinatra) δεν θυμίζει σε τίποτε τις προκλητικές υπερβολές του παρελθόντος. Αν και στο ξεκίνημα ούτε το κοινό φαίνεται ιδιαίτερα ενθουσιώδες ούτε η ερμηνεία του Bowie είναι ιδιαίτερα θερμή, σταδιακά το κλίμα ζεσταίνεται με τη βοήθεια έντονου φωτισμού, με αλλαγές στα σκηνικά και θεατρικές επινοήσεις (κάποια στιγμή τον βλέπουμε να τραγουδά φορώντας μπέρτα και κρατώντας στο χέρι του μια… νεκροκεφαλή).
Η μπάντα που τον συνοδεύει περιλαμβάνει τους Carlos Alomar και Earl Slick στην κιθάρα, David Lebolt στα κίμπορντς, Carmine Rojas στο μπάσο, Tony Thompson στα ντραμς, Steve Elson, Stan Harrison και Lenny Pickett στα πνευστά και Frank Simms, George Simms στα δεύτερα φωνητικά, ενώ τη σκηνοθεσία υπογράφει ο David Mallet.
Το ρεπερτόριο της βραδιάς έκανε μια αναδρομή σε όλη τη μέχρι τότε καριέρα του Bowie, με προτίμηση στα εμπορικά επιτυχημένα τραγούδια. Η σεξουαλικά επαμφοτερίζουσα περσόνα της εποχής του άλμπουμ «Hunky Dory» (1971) εκπροσωπείται με το «Life On Mars». Από την περίοδο του φανταχτερού glam rock έχουμε τα «White Light/White Heat» και «Space Oddity» (από το Ziggy Stardust), «Cracked Actor» (από το Aladdin Sane), «Sorrow» (από το Pin Ups, όλα του 1973) και «Rebel Rebel» (από το Diamond Dogs του 1974). Τη μεταστροφή από το «swinging London» στη soul της Φιλαδέλφειας μας θυμίζουν τα «Young Americans» και «Fame» (από το «Young Americans» του 1975) και από το μεταβατικό «Station To Station» του 1976 υπάρχει το ομώνυμο κομμάτι και το «Golden Years», για να φτάσουμε στην τριλογία art rock των καινοτόμων άλμπουμ «Heroes» (1977), «Low» (επίσης 1977) και «Lodger» (1979), που ηχογραφήθηκαν σε συνεργασία με τον Brian Eno, και τα οποία συμμετέχουν στο πρόγραμμα με τα κομμάτια «Heroes», «What In The World», «Breaking Glass» και «Look Back In Anger». Τα τραγούδια δεν παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, αφού είναι φανερό ότι στόχος του Bowie δεν είναι μια μουσική ή στιλιστική ρετροσπεκτίβα της καριέρας του αλλά, από τη μια πλευρά, η ικανοποίηση του κοινού με γνωστά από το παρελθόν τραγούδια-επιτυχίες, και από την άλλη, η προσέγγιση του παλαιότερου αυτού υλικού μέσα από το πρίσμα της νέας καλλιτεχνικής κατεύθυνσης του «Let’s Dance» (1983), με το οποίο πραγματοποίησε μια από τις πιο ριζικές μεταστροφές της πολυκύμαντης καριέρας του. Τρία χρόνια νωρίτερα, το άλμπουμ «Scary Monsters» (εκπροσωπείται εδώ με τα «Fashion», «Scary Monsters» και «Ashes To Ashes») είχε συνοψίσει τις αναζητήσεις όλης της δεκαετίας του ’70, αποδεικνύοντας ότι ο Bowie μπορούσε πάντα να τα καταφέρνει και χωρίς τη συμπαράσταση του Eno. Εκτός όμως από καλό άλμπουμ, το «Scary Monsters» ήταν και ένα αδιέξοδο, συνεχίζοντας τις αναφορές σε θέματα αποξένωσης και αλλοτρίωσης που αναπτύχθηκαν στα «Low», «Heroes» και «Lodger». Αναζητώντας το νέο του δρόμο, ο Bowie άφησε για λίγο τη μουσική και στράφηκε στην ηθοποιία, κερδίζοντας θετικές κριτικές για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στη θεατρική παράσταση του Μπρόντγουεϊ «Ο Άνθρωπος-Ελέφαντας» και στην ταινία-θρίλερ «The Hunger». Επανήλθε, ωστόσο, δριμύτερος εκπλήσσοντας ξανά τους πάντες, αυτή τη φορά επιλέγοντας να συνεργαστεί με ένα δεξιοτέχνη του μαύρου rock, τον κιθαρίστα των Chic, Nile Rodgers. Δουλεύοντας ως συμπαραγωγοί, ο Bowie και ο Rodgers ανανέωσαν ο ένας τον ήχο του άλλου, αναδεικνύοντας σε πλέον ευφυή στρατηγική του «Let’s Dance» την απόλυτη απλότητά του. Άλλωστε, μοιάζει σχεδόν αυταπόδεικτο το γεγονός ότι το γένος μαύρου rock ‘n’ roll που έπαιζαν οι Chic ήταν το πλέον ταιριαστό για τον Bowie (χωρίς βέβαια να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι το 1975 ο «Λεπτός Λευκός Δούκας» αναζωογόνησε την καριέρα του κλέβοντας ένα riff του James Brown για το single «Fame»). Το «Let’s Dance» ήταν synth-pop χωρίς τα συνθεσάιζερ -ή, τουλάχιστον, χωρίς την κυριαρχία τους: μια δυναμική επιστροφή γεμάτη ερωτισμό, funk, blues και κιθαριστική διαχυτικότητα, το δακτυλικό αποτύπωμα της χορευτικής μουσικής στο χαρακτηριστικό στιλ της δεκαετίας του ’80. Και είναι αυτό ακριβώς το μουσικό ύφος που συνεπαίρνει όλο το «Serious Moonlight», άσχετα με το αν το «Let’s Dance» συνεισφέρει μόλις τρία τραγούδια στο play list: Πρόκειται για το ομώνυμο τραγούδι (ένα νευρώδες, κοφτό single με ζωτικότητα όμοια με αυτή των ραδιοφωνικών επιτυχιών, που έδινε νέα πνοή στο ρυθμό του «Good Time» των Chic), το «China Girl» (γραμμένο μαζί με τον Iggy Pop, στο άλμπουμ του οποίου με τον τίτλο «The Idiot» πρωτοεμφανίστηκε το 1977) και το «Cat People» (επανηχογράφηση του κεντρικού θέματος των David Bowie/Giorgio Moroder για το ομώνυμο φιλμ του Paul Schrader).
Όμως, τα υψηλά επαγγελματικά στάνταρτ που επιδεικνύει ο Bowie στο «Serious Moonlight» δεν μπόρεσαν να του εξασφαλίσουν διάρκεια καλλιτεχνικής επιτυχίας και για το υπόλοιπο της δεκαετίας του ’80. Οι ακόλουθες απόπειρές του, τόσο ώς σόλο καλλιτέχνη όσο και ώς επικεφαλής του συνόλου Tin Machine, ήταν μέτριες και μόνο η νέα μεγάλη του αγάπη, το ζευγάρωμα της μουσικής με τις νέες τεχνολογίες, έδωσε καρπούς με αξιώσεις μέσα στη δεκαετία μας. Η επιρροή του Bowie, ωστόσο, δεν έπαψε να ανιχνεύεται στη δουλειά ενός μεγάλου αριθμού νεότερων καλλιτεχνών που μαγεύτηκαν από τις ποικίλες αρτιστικές μεταπτώσεις του και εμπνεύστηκαν από αυτές. Ο Gary Numan, οι Human League, οι Japan, οι Bauhaus όλοι προσέγγισαν πτυχές της μουσικής του αλλά και της εξωτερικής του εμφάνισης με ποικίλα αποτελέσματα, ενώ, αντίστοιχα, όλοι οι εκπρόσωποι του νεο-ρομαντισμού, από τους Visage και τους Ultravox ως τους Spandau Ballet και την εμπορική pop των Culture Club, υπήρξαν απόγονοι του πάλαι ποτέ glam rocker και «Thin White Duke».