Αφού γεύτηκαν τους καρπούς της επιτυχίας, με την κυκλοφορία άλμπουμ χαρακτηριστικών για τη βρετανική pop της δεκαετίας μας όσο τα Parklife και The Great Escape, οι Blur απέρριψαν συνειδητά την απατηλή λάμψη της διασημότητας και των κοσμικών κύκλων, για να υιοθετήσουν μια διαδικασία δημιουργικής αναγέννησης με έντονα στοιχεία πειραματισμού, μακροσκελείς αυτοσχεδιασμούς και αναθεώρηση των τραγουδιστικών δομών. Πρώτη και άκρως επιτυχημένη εφαρμογή του θεωρητικού ζητούμενου υπήρξε το άλμπουμ με τίτλο το όνομα του γκρουπ, που κυκλοφόρησε το 1997. Το «13» είναι το δεύτερο βήμα που επιχειρούν στη νέα κατεύθυνση αποτελώντας το έκτο στούντιο άλμπουμ τους συνολικά. Η εμφάνισή του στην αγορά συμπίπτει με τη συμπλήρωση μιας δεκαετίας δράσης για το λονδρέζικο κουαρτέτο, του οποίου ηγούνται οι Graham Coxon και Damon Albarn. Αξίζει να σημειωθεί ότι την παραγωγή του «13» υπογράφει όχι ο Stephen Street (σταθερός συνεργάτης τους για χρόνια) αλλά ο γκουρού των σύγχρονων ρυθμών William Orbit. Ως γενικότερη αισθητική κατεύθυνση θα σημειώναμε μια συμπάθεια στις «αιρετικές» εκφράσεις του αμερικανικού rock ( Pavement , Sonic Youth ), την οποία δεν μπορούμε παρά να χρεώσουμε στις επιλογές του Coxon, ενώ τα επιμέρους τραγούδια κρύβουν πολλές ακόμη εκπλήξεις: συμμετοχή gospel χορωδίας στο «Tender», ροκάδικα ξεσπάσματα τύπου Bowie στο «Bugman», country rock αρμονίες στο «Coffee & TV», αναφορά στους Pink Floyd και τον Brian Eno στο «Caramel», blues ευαισθησίες στο «No Distanse Left To Run».