«Φίλους πολλούς εγνώρισα στην ψεύτρα αυτή τη σφαίρα κι όμως δε μου γλυκάνανε τα χείλη μου μια μέρα»…
Οι εκδόσεις αυτές μας προτείνουν ένα ταξίδι στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Ξεναγός μας ο Γιώργος Κατσαρός, ο «υπεραιωνόβιος έφηβος», που με την κιθάρα του μας ξεδιπλώνει το νήμα της μουσικής ζωής των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική, κατά το πρώτο μισό του αιώνα. Ένας άνθρωπος – θρύλος, που στα 109 χρόνια της ζωής του κυριολεκτικά «πέρασε τραγουδώντας» μέσα από την ιστορία του 20ού αιώνα. Έζησε δύο παγκόσμιους πολέμους, οικονομικές κρίσεις, γνώρισε τους ρεμπέτες αλλά και τους βασιλείς στην Ελλάδα, συναναστράφηκε τους Έλληνες μετανάστες σε όλες τις γωνιές του πλανήτη. Έγινε διάσημος μέσα από τη δισκογραφία (πολλά χρόνια πριν αρχίσει η ηχογράφηση δίσκων στην Ελλάδα), έπαιξε στην επιθεώρηση και γνώρισε τη μαγεία του χολιγουντιανού κινηματογράφου. Φίλος του ξακουστού κιθαρίστα Αντρέ Σεγκόβια και συνεργάτης με πολλούς από τους Έλληνες καλλιτέχνες των προπολεμικών (αλλά και των μεταπολεμικών) γενιών που πέρασαν από την Αμερική. Γνώρισε Προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και τον περιβόητο Αλ Καπόνε… Αντίστοιχα με τη ζωή του είναι και τα τραγούδια του: από βαριά «μουρμούρικα» ρεμπέτικα, έως ιταλικές καντσονέτες και τραγούδια από επιθεωρήσεις!
Ο Γιώργος Θεολογίτης (ή «Κατσαρός», εξαιτίας των μαλλιών του) γεννήθηκε στην Αμοργό το βράδυ της 19ης προς την 20ή Δεκεμβρίου 1888. Γονείς του ο Νικόλαος Θεολογίτης και η Άννα Στούπη*. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, όμως, με τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του, όταν ήταν εννέα ετών, βρέθηκε σε δεινή θέση. Έτσι, στις αρχές του αιώνα μας η μητέρα του με τα δυο της παιδιά, αποφάσισε να έλθει στην Αθήνα για να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη. Εργάστηκε αρχικά ως μαγείρισσα στο σπίτι ενός υψηλόβαθμου στρατιωτικού της εποχής και στη συνέχεια «μετακόμισε» στα ανάκτορα, στην υπηρεσία του βασιλιά Γεωργίου του Α’ και του (τότε) διαδόχου Κωνσταντίνου… Στο μικρό Γιώργο έκαναν πολύ μεγάλη εντύπωση οι στρατιωτικές μπάντες, οι χορωδίες και οι μαντολινάτες που είχε την ευκαιρία ν’ ακούει στο νέο του περιβάλλον. Ταυτόχρονα όμως -κατεβαίνοντας στον Πειραιά για να βλέπει ένα θείο του- είχε την ευκαιρία να έρθει σ’ επαφή με τους μάγκες και ν’ ακούσει ρεμπέτικα τραγούδια. Το 1905, δεκαεπτά ετών, παίζει και τραγουδά στα παραλιακά κέντρα του Πειραιά και του Ν. Φαλήρου και σε στέκια της Αθήνας, ως το 1909 που πήγε στην Αμερική.
Το 1914 δούλεψε για μερικούς μήνες στην Ορχήστρα του Στρατού της Σωτηρίας. Αξιοποιώντας την πείρα που απέκτησε από τις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις της Ορχήστρας, ο Γιώργος Κατσαρός εμφανίζεται πια στα στέκια του downtown της Νέας Υόρκης, νότια του Μανχάταν, όπου η παρουσία του ελληνικού στοιχείου ήταν πολύ ισχυρή. Είχε γίνει αγαπητός στους Έλληνες μετανάστες εξαιτίας του πολύ μεγάλου ρεπερτορίου του: ελαφρά τραγούδια, τραγούδια των επιθεωρήσεων, ξένα (ιταλικά, ισπανικά, αμερικανικά), ρομάντζες, ρεμπέτικα… Είναι η εποχή που γνωρίζεται με τους διασημότερους Έλληνες τραγουδιστές και οργανοπαίχτες (Κούλα Αντωνοπούλου – Βλάχου, Μαρίκα Παπαγκίκα, Αμαλία Βάκα, Τέτος Δημητριάδης κ.ά.).
Το 1919 ανοίγει ο δρόμος του προς τη δισκογραφία. Ηχογραφεί τους πρώτους του δίσκους με την RCA Victor. Στον πρώτο δίσκο περιλαμβάνονται το «Α, Κακούργα Έλλη» και το «Ελληνική Απόλαυσις», γνωστό ζεϊμπέκικο του Αιγαίου που θυμόταν από τον παππού του. Η δισκογραφική του παρουσία συνέβαλε στο να γίνει γνωστός σε όλα τα σημεία της υφηλίου όπου υπήρχαν Έλληνες και να δέχεται αμέτρητες προσκλήσεις για εμφανίσεις… Οι περιοδείες του (ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα) θεωρούνται κολοσσιαίες. Πέρα από τις συνεχείς εμφανίσεις του στη Βόρεια Αμερική, τον Καναδά και το Μεξικό, πήγε δύο φορές στις Ινδίες και την Αυστραλία, στην Αφρική (Αίγυπτος, Σουδάν, Σομαλία), στην Ευρώπη (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία), στην Κεντρική και Νότια Αμερική (Παναμάς, Γουατεμάλα, Κολομβία, Βενεζουέλα, Αργεντινή, Βραζιλία, Χιλή).
Το 1924 γνώρισε και ερωτεύτηκε τη μεξικανή χορεύτρια Ριορίτα, που ήταν διάσημη στο Χόλιγουντ. Τότε ήταν που γνώρισε μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα του παγκόσμιου κινηματογράφου: τον Κλάρκ Γκέιμπλ, τον Τσάρλι Τσάπλιν, την Τζιν Χάρλοου, τον Ροδόλφο Βαλεντίνο… Ο ίδιος, κατά το διάστημα 1925-27 έπαιξε σε δύο ταινίες του βωβού κινηματογράφου. Είχαν αποφασίσει να παντρευτούν, όμως η Ριορίτα προσβλήθηκε από λευχαιμία και πέθανε το 1928…
Εξίσου μυθιστορηματική είναι και η γνωριμία του με τον Αλ Καπόνε(!) (ή… Αλέκο Καπόνη κατά τον Κατσαρό), περιβόητο γκάνγκστερ της εποχής της ποτο-απαγόρευσης. Ο Κατσαρός δούλευε σ’ ένα μαγαζί που το «προστάτευε» ο Μόγκι Τζο, συνεργάτης του περιβόητου κακοποιού, με τον οποίο είχαν μοιράσει το Σικάγο σε σφαίρες επιρροής. Στον Καπόνε άρεσε τόσο το παίξιμο του Κατσαρού, ώστε ζήτησε να το γνωρίσει και του πρότεινε να τραγουδά πλέον σε κέντρα που βρίσκονταν στη δική του ζώνη ελέγχου. Του υποσχέθηκε μάλιστα (πράγμα που έγινε) ότι τα ελληνικής ιδιοκτησίας μαγαζιά στο Σικάγο δεν θα κατέβαλλαν «τέλη προστασίας»…
Η δράση του Κατσαρού όμως δεν περιορίστηκε στις εμφανίσεις και τις μακροχρόνιες περιοδείες. Συνεργάστηκε στενά και με το θίασο Παντοπούλου. Εμφανίστηκε σ’ επιθεωρησιακά νούμερα (όπως αυτό με το τραγούδι «Το καημένο το γαϊδουράκι» που περιλαμβάνεται στις εκδόσεις) με το Γιαννάκη Ιωαννίδη και τον περίφημο Πέτρο Κυριακό, όταν ο τελευταίος βρέθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’20 στη Νέα Υόρκη. Ο Κυριακός, μαζί με το Ζάχο Θάνου, θεωρούνται ως οι «πρώτοι διδάξαντες» στους ρόλους του «μάγκα» και του «μποέμ» στην οπερέτα, το θέατρο και την επιθεώρηση.
Η δεκαετία του ’30 (παρ’ όλο το «κραχ» του 1929, για το οποίο ο Κατσαρός έχει γράψει το τραγούδι «Με τις τσέπες αδειανές») βρίσκει τον Κατσαρό οικονομικά αποκατεστημένο. Κάνει πολύμηνες περιοδείες οργώνοντας τις Η.Π.Α., επισκεπτόμενος όλες τις γωνιές, όπου υπήρχαν Έλληνες. Η σύσταση της ορχήστρας κανονιζόταν κάθε φορά ανάλογα με το κοινό που τους περίμενε. Αν ήξεραν ότι έχει Κρητικούς, έπαιρναν μαζί τους το Χαρίλαο Πιπεράκη, αν είχε Μικρασιάτες έπαιρναν το Μάρκο Μελκόν, τη Μαρίκα Παπαγκίκα ή την Αμαλία Βάκα. Αν είχε Στερεο-ελλαδίτες ή Πελοποννήσιους έπαιρναν κλαρίνα, βιολιά, σαντούρια….
Η καλλιτεχνική πορεία του Κατσαρού συνεχίζεται με την ίδια ένταση και μετά τον πόλεμο, αλλά μόνο εντός των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι από τους λίγους Έλληνες λαϊκούς μουσικούς της παλιάς γενιάς που συνεχίζουν, αφού κατά τη δεκαετία του ’40 πολλά από τα μεγάλα ονόματα του Μεσοπολέμου είτε αποχωρούν από την ενεργό δράση είτε πεθαίνουν. Έτσι, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’50 που ξεκινά μια άλλη περίοδος και αρχίζουν οι περιοδείες των Ελλήνων μουσικών της μεταπολεμικής περιόδου (Παπαϊωάννου, Χιώτης, Λίντα, Χρυσάφη, Νίνου, Γούναρης, Βέμπο κ.ά.) ο Γιώργος Κατσαρός -παλαίμαχος πια- είναι αυτός που τους υποδέχεται για να παίξουν στο εξοχικό κέντρο «Κηφισιά» που διευθύνεται από τη συνεργάτιδά του και τραγουδίστρια Μαρίκα.
Το 1959 εγκαθίσταται πια στο Τάρπον Σπρίγκς της Φλόριντα ένα ελληνικό ουσιαστικά χωριό, που ιδρύθηκε στα τέλη του προηγούμενου αιώνα από Έλληνες των νησιών του Αιγαίου. Οι εμφανίσεις του συνεχίστηκαν με λιγότερη όμως ένταση ως το θάνατό του πέρυσι σε ηλικία 109 ετών (!).
Από τις ηχογραφήσεις που περιλαμβάνονται στις εκδόσεις μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα για την ιδιότυπη τεχνική με την οποία έπαιζε την κιθάρα ο Κατσαρός, προξενώντας την περιέργεια ακόμη και του Αντρέ Σεγκόβια. Έπαιζε στις τρεις πρώτες χορδές τη μελωδία με τα δάχτυλα, ενώ με τον αντίχειρα χτυπούσε διαρκώς μια από τις τρεις μπάσες χορδές ως ισοκράτη. Προσάρμοσε δηλαδή με την τεχνική του ένα «δυτικό» όργανο στις ανάγκες της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Χαρακτηριστικός επίσης είναι ο τρόπος που τραγουδά τα παλιά ρεμπέτικα τραγούδια της πρώτης περιόδου της ανώνυμης δημιουργίας, όπως το «Στης Σύρας τον ανήφορο» ή το «Όλη μέρα παίζεις ζάρια». Ο Κατσαρός γνώριζε από πρώτο χέρι αυτά τα «μουρμούρικα» τραγούδια και είναι από τους λίγους που τα μετέφεραν στη δισκογραφία τόσο νωρίς (τέλη της πρώτης – αρχές της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα), διατηρώντας το ύφος και το ήθος τους…
Μια άλλη κατηγορία είναι τα ελαφρά και τα τραγούδια της επιθεώρησης όπως οι «Πυτζάμες», «Εάν είχα εκατό χιλιάδες λίρες», «Κορίτσια μην πιστεύετε». Παράλληλα, ο Κατσαρός δεν δίσταζε να τραγουδήσει και τραγούδια συναδέλφων του, όπως το «Πίνω και μαραζώνω» του Δελιά ή το «Ο Βαγγέλης ο μπεκρής» του Τσακίρη. Ειδική περίπτωση είναι οι «Σαλταδόροι» του Γενίτσαρη. Το τραγούδι έφτασε στον Κατσαρό πριν από την ηχογράφησή του στην Ελλάδα. Μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα και έτσι το έμαθε και η αδελφή του, που έζησε στην Αθήνα στα χρόνια της Κατοχής…
Μέσα από τους δίσκους αυτούς ο «υπεραιωνόβιος έφηβος» μας μεταφέρει ήχους και μηνύματα από έναν κόσμο που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η ζωή του «μια Οδύσσεια 109 ετών» γεμάτη από μουσικές, ρεμπέτες, μετανάστες της πρώτης γενιάς, ταξίδια σ’ ολόκληρη τη γη, λάμψη… και πίσω απ’ όλα αυτά, το χαμογελαστό πρόσωπο του «Κατσαρού με την κιθάρα» να λέει στο (σύγχρονο) ελληνικό κοινό που έσπευσε να τον δει, όταν ήλθε για τελευταία φορά το 1995:
«Να μας δίνει ο Θεός δύναμη να ανταμώνουμε κάθε χρόνο!»
Καληνύχτα κύριε Γιώργο…