Ροδινός – Μπαξεβάνης 1925-1955 – Κριτική
Δεκαοκτώ κρητικοί μουσικοί που κινήθηκαν στον παρθενικό (ακόμη…) χώρο της κρητικής δισκογραφίας των 78 στροφών, έχουν σ’ αυτήν την κασετίνα την τιμητική τους. Ο λόγος για 140 περίπου ηχογραφήσεις που έγιναν στο διάστημα από το 1920 έως το 1955 και περιέχονται στα 10 CD της έκδοσης. Οι «πρωτομάστορες» αυτοί έχουν περάσει στο χώρο του μύθου (Ροδινός, Φουσταλιέρης, Λαγός, Καραβίτης, Μπαξεβάνης κ.ά.) και έχουν γαλουχήσει με τις μουσικές τους τις γενιές των Κρητικών του αιώνα μας.
Ο κύριος όγκος των ηχογραφήσεων έχει γίνει τη δεκαετία του ’30, μια μεταβατική εποχή για το νησί. Την ίδια εποχή ανοιγόταν το οδικό δίκτυο που ένωσε για πρώτη φορά την ανατολική με τη Δυτική Κρήτη, κι έκανε εφικτή την ευρεία διακίνηση ανθρώπων και αγαθών από τη μια άκρη του νησιού στην άλλη. Την ίδια περίοδο λοιπόν που χαράσσονται οι δρόμοι, χαράσσονται και στους δίσκους τα τραγούδια της έκδοσης, που μας μεταφέρουν στο ήθος της «προ- τουρισμού» Κρήτης. Όμως, αυτό που κάνει τη συλλογή αυτή πολύτιμη δεν είναι μόνο ο πλούτος του υλικού. Είναι και η «αποτύπωση» των επιμέρους παραδόσεων του νησιού, σε μια εποχή όπου δεν είχε επέλθει η ομογενοποίηση της μουσικής και που το «παγκρήτιο» ρεπερτόριο (συνέπεια κι αυτό της τυποποίησης, που με τη σειρά της επέφερε η δισκογραφία) δεν είχε επισκιάσει ακόμη τις τοπικές παραδόσεις.
Έτσι έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε σ’ αυτήν την έκδοση την εξέλιξη της τεχνικής της λύρας (ανάλογη με τον οργανολογικό μετασχηματισμό του οργάνου) κατά το πρώτο μισό του αιώνα μας. Ακούγοντας τα «Ρεθεμνιώτικα Πεντοζάλια» και τη «Σούστα» του Αντώνη Καρεκλά (CD 9), παίρνουμε μια γεύση για την τεχνική της παλιάς λύρας: συνηχήσεις χορδών, περιορισμένη μελωδική έκταση, δοξάρι με γερακοκούδουνα (μικρά σφαιρικά κουδουνάκια που οφείλουν το όνομά τους στο ότι κάποτε τα κρεμούσαν στα κυνηγητικά γεράκια) καθώς και ειδικές κινήσεις του δοξαριού, ώστε τα κουδουνάκια να ενεργοποιούνται κατάλληλα και να συνοδεύουν ρυθμικά τη λύρα.
Ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «ρεθεμνιώτικης σχολής» της λύρας που φιλοξενείται στην έκδοση, είναι ο Ανδρέας Ροδινός. Ο Ροδινός από πολύ μικρός καταξιώθηκε ως κορυφαίος λυράρης και ο θρύλος γύρω από το όνομά του ενισχύθηκε από τον πρόωρο θάνατό του (πέθανε το 1934, σε ηλικία μόλις 22 ετών, από φυματίωση). Πρόλαβε όμως, ύστερα από πίεση φίλων του, παρ’ όλη την εύθραυστη υγεία του, να ηχογραφήσει τέσσερα τραγούδια που κυκλοφόρησαν σε δύο δίσκους 78 στροφών. Οι ηχογραφήσεις αυτές έγιναν σημείο αναφοράς και μέτρο σύγκρισης για τις μεταγενέστερες γενιές των λυράρηδων.
Πλάι στον Ροδινό, ο τραγουδιστής και λαουτιέρης Γιάννης Μπερνιδάκης ή Μπαξεβάνης. Έχουμε την ευκαιρία να τον ακούσουμε να τραγουδά πολλά κρητικά (αλλά και σμυρναίικα και νησιώτικα) τραγούδια, καθώς και να παίζει στο πλευρό πολλών λυράρηδων. Λέγεται μάλιστα ότι ο Μπαξεβάνης ήταν το «μήλο της έριδος» για τους λυράρηδες, επειδή όλοι τον ήθελαν για «πασαδόρο» στα γλέντια τους. Όμως, παρ’ όλη τη φήμη του ως τραγουδιστή, αρνήθηκε να τραγουδήσει στις ηχογραφήσεις του Ροδινού. Ήξερε ότι ο φίλος του θα πέθαινε και ήθελε η λύρα του «να μείνει στην ιστορία ανόθευτη».
Στην κασετίνα ανθολογείται και ο Στέλιος Φουσταλιέρης, ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της μακραίωνης παράδοσης του ελληνικού ταμπουρά, που γεφυρώνει με την τεχνική του το Ρέθυμνο με τα μικρασιατικά παράλια και τον Πειραιά, σ’ ένα γοητευτικό αμάλγαμα. Μπορούμε ν’ ακούσουμε τη «διπλοπενιά και τριπλοπενιά» του, που τόσο γοήτευε το Γιώργο Μπάτη και τους άλλους ρεμπέτες (Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Παγιουμτζής κ.ά.), την εποχή που ο Φουσταλιέρης ζούσε στον Πειραιά και σύχναζε στο περίφημο καφενείο του Μπάτη στην πλατεία Καραϊσκάκη
Στο 4ο CD, που είναι αφιερωμένο σ’ αυτόν, περιλαμβάνονται μερικά τραγούδια από την «κρητική σχολή» του ρεμπέτικου τραγουδιού, τα «Ταμπαχανιώτικα». Τραγούδια «της πένας κι όχι της λύρας», που τα χαρακτηρίζει ένα ιδιαίτερο πάθος και παράπονο. Η ονομασία τους κατά μια εκδοχή προέρχεται από τους ταμπαχανάδες (κρητική ονομασία των σανατορίων, όπου νοσηλεύονταν οι βαριά πάσχοντες φυματικοί) και δικαιολογεί τη θλίψη και το μεράκι που διέκριναν τους στίχους και τις μελωδίες τους. Πολλά από τα ταμπαχανιώτικα τραγούδια έχουν περάσει και στη σύγχρονη δισκογραφία, (όπως το πολυτραγουδισμένο «Όσο βαρούν τα σίδερα» ή το «Πονεμένη καρδιά» με την πρόσφατη επανεκτέλεσή του από τον Μανόλη Λιδάκη).Η παράδοση της Σητείας από την άλλη, ένας εντελώς διαφορετικός μουσικός κόσμος, αντιπροσωπεύεται από τον Γιάννη Δερμιτζάκη ή Δερμιτζογιάννη, όπου ήταν ξακουστός μαντιναδολόγος, λυράρης, βιολιστής και κιθαρίστας της εποχής του.
Στο 5ο CD που είναι αφιερωμένο σ’ αυτόν, έχουμε την ευκαιρία να πάρουμε μια γεύση από τις περίφημες «Στειακές Κοντυλιές», κομμάτια με εκτενέστερη μελωδική ανάπτυξη, που γεφυρώνουν υφολογικά το βιολί με τη λύρα. Γι’ αυτό, μας είναι πολλές φορές δύσκολο να ξεχωρίσουμε ποιο από τα δύο όργανα ακούγεται. Στην κασετίνα σταχυολογούνται επίσης και τέσσερις βιολάτορες: οι Χανιώτες Νικόλαος Χάρχαλης, Γιώργης Σαριδάκης
ή Μαύρος, Κώστας Παπαδάκης ή Ναύτης και ο Στρατής Καλογερίδης από τη Σητεία. Οι τρεις πρώτοι εκπροσωπούν μιαν άλλη πλευρά της κρητικής μουσικής, την παράδοση του λαϊκού βιολιού των Χανίων, που είχε μείνει πίσω από τα φώτα της ραδιοφωνικής και δισκογραφικής προβολής κατά το παρελθόν. Ο Καλογερίδης, με τις έντεχνες καταβολές του, (σπούδασε βιολί στο Κονσερβατουάρ στο Παρίσι, όπου είχε πάει για να σπουδάσει χημικός) έδωσε μια πιο «εξευγενισμένη» (και δυτικότροπη) εκδοχή των παραδοσιακών σκοπών. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να ενταχτεί στο «πάνθεον» των κρητικών λαϊκών μουσικών και οι «κοντυλιές» του ν’ αποτελούν έως σήμερα σημείο αναφοράς (όπως και τα «συρτά του Ροδινού») για τους νεότερους κρητικούς μουσικούς.
Τελευταίο σ’ αυτή τη σύντομη παρουσίαση της έκδοσης αφήσαμε τον Κισσαμίτη λαουτιέρη Γιώργο Κουτσουρέλη. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά ότι είναι λαουτιέρης και όχι απλά «πασαδόρος», απ’ αυτούς που περιορίζονται στην απλή αρμονική συνοδεία της μελωδίας. Από το 6ο CD, που είναι αφιερωμένο σ’ αυτόν, μπορούμε να πάρουμε μια γεύση από το «πριμαδόρικο» (σολιστικό) παίξιμο του λαούτου, που τόσα κοινά στοιχεία έχει με την τεχνική του ταμπουρά. Στο CD περιλαμβάνεται και το περίφημο «Κρητικό Συρτάκι», που έγινε αφορμή για τη δικαστική διαμάχη του Κουτσουρέλη με τον Μίκη Θεοδωράκη, όταν ο τελευταίος κατηγορήθηκε ότι «έκλεψε» το μοτίβο αυτό από το δίσκο, για να γράψει το περίφημο συρτάκι του Ζορμπά.
Η έκδοση συνοδεύεται από ένα εκτενές δίγλωσσο (ελληνικά και αγγλικά) βιβλίο 214 σελίδων, όπου περιλαμβάνει σύντομα βιογραφικά σημειώματα των δεκαοχτώ «πρωτομαστόρων» καθώς και τους στίχους των τραγουδιών. Περιέχεται επίσης ένα διαφωτιστικό κείμενο του καθηγητή Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργου Αμαργιανάκη για τη μουσική παράδοση της Κρήτης, καθώς και συνοπτικά σημειώματα του δημάρχου Ανωγείων Γιώργη Σμπώκου για τα κρητικά μουσικά όργανα, τους παραδοσιακούς χορούς και τον κρητικό ποιητικό λόγο.
Με λίγα λόγια, πρόκειται για έκδοση ιστορικής σημασίας, όχι απλά συλλεκτική, που μας δίνει μια χορταστική γεύση από την κρητική δισκογραφία του πρώτου μισού του αιώνα μας. Σε μιαν εποχή όπου «έγραφαν ιστορία οι παρέες» και οι δίσκοι δεν τυπώνονταν μόνο στο ζεστό κερί της μήτρας, αλλά και στις ψυχές όσων έσπευδαν στα γραμμόφωνα του χωριού για να τους ακούσουν. Και να που -ακόμη και σήμερα- τα τραγούδια αυτά έχουν πολλά να μας πουν!..
- LIVE: Κολοσσός Ρόδου – Ολυμπιακός
- Φωτιά σε φούρνο στο κέντρο της Αθήνας – Προσωρινή διακοπή κυκλοφορίας
- Ταϊπέι: Αναρριχητής σκαρφάλωσε χωρίς σκοινί σε ουρανοξύστη 508 μέτρων
- 2026: Ποιοι είναι οι ιοί που μπορεί να «χτυπήσουν» τον πλανήτη το νέο χρόνο
- Ολυμπιακός: Η ενημέρωση για τα εισιτήρια στον «τελικό» με τον Άγιαξ
- Νικήτας Τσακίρογλου: «Η αρρώστια της Χρυσούλας ήταν ένα χτύπημα της μοίρας»