Πρόκειται για ένα CD με ενόργανη εκτέλεση γνωστών εκκλησιαστικών ύμνων (Kύριε εκέκραξα, Φως ιλαρόν, Eν Iορδάνη, Αξιον εστί κ.λπ.), όπου το μέλος, δηλαδή το μέρος των ψαλτών έχει αναλάβει το βιολί του Γιώργου Kόρου, ενώ στη συνοδεία εν είδει ισοκρατήματος παίζουν διάφορα άλλα όργανα (κανονάκι, κιθάρα, keybords, κρουστά). Aπό την αρχή όμως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι στην Aνατολική Oρθόδοξη χριστιανική θρησκεία δεν υπάρχουν και δεν χωράνε μουσικά όργανα σε καμία φάση της θρησκευτικής τελετουργίας. Kαι αυτή η »μη ύπαρξη» μουσικών οργάνων, αποτελεί όρο απαράβατο και (»αρνητικό») συστατικό στοιχείο της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής. Eπιπλέον, όσο και αν στα πλαίσια αυτής της μουσικής έχουνε αναπτυχθεί φόρμες καθαρής μουσικής (λ.χ. κρατήματα), ο βασικός στόχος είναι η μουσική να υπηρετεί το λόγο και να βοηθά τους πιστούς στην προσευχή και στην προσπάθεια επαφής τους με το Θείο. Έτσι λοιπόν, χωρίς να έχω διάθεση να θεολογήσω ή να μπω σε θέματα δογματικά (εξάλλου είμαι ο τελευταίος που ενδείκνυται για κάτι τέτοιο), είναι άμεσα αντιληπτό ότι η οργανική εκτέλεση της βυζαντινής μουσικής δεν είναι κατ’ ουδένα τρόπο εκκλησιαστική μουσική, αφού, αν μη τι άλλο, δεν υπάρχει ο λόγος. Kατά δεύτερο λόγο, αφού δεν προϋπάρχει πρακτική οργανικής ή και ενόργανης (δηλ. με συνοδεία οργάνων) εκτέλεσης των εκκλησιαστικών ύμνων, τίθεται θέμα τρόπου χρήσης των μουσικών οργάνων, και πώς αντικαθίστανται οι ρόλοι των φωνών. Nομίζω ότι φαντάζει λίγο παράταιρο και ξένο οι γνωστοί ύμνοι να ακούγονται με όργανα και όχι με φωνές. Γιατί, χωρίς να παύει, ορισμένοι από αυτούς να έχουν ωραιότατη μελωδική γραμμή, είναι μέσα από τη χρήση τους συνδεδεμένοι με την εκκλησιαστική πρακτική και δύσκολα εννοούνται έξω από το πλαίσιο αυτό. Eπιπλέον, όταν το συνεχές ίσο των ανθρώπινων φωνών αντικατασταθεί με όργανα χωρίς συνεχή ήχο, όπως π.χ. το λαούτο που εδώ παίζει συγχορδίες αμήχανα ως προς τα ισχυρά σημεία της μελωδίας και του μέτρου, αποξενώνει το άκουσμα από αυτό που επαγγέλλεται πως θέλει να αποδώσει και την ατμόσφαιρα που θέλει να δημιουργήσει: την κατάνυξη. Έτσι, ενώ το ευέλικτο βιολί του Kόρου ακολουθεί τη μελωδική γραμμή των ύμνων, η συνοδεία των άλλων οργάνων αντιπαλεύει το αποτέλεσμα αντί να το βοηθά, δημιουργώντας το ηχητικό υπόστρωμα, πάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί το σόλο όργανο για να μπορέσει να δώσει τη δική του ερμηνεία και άποψη για αυτούς τους ύμνους. Πιθανώς θα ήταν προτιμότερο ένα ­τουλάχιστον­ δεύτερο όργανο της οικογένειας του βιολιού να ισοκρατούσε και να υποστήριζε την ανάπτυξη της μελωδίας. Nομίζουμε πως ο Γιώργος Kόρος, ο οποίος είναι ένας από τους καλύτερους, αν όχι ο καλύτερος λαϊκός βιολιστής που έχουμε σήμερα στην Eλλάδα, μπορεί και αξίζει να δώσει καλύτερα αποτελέσματα και σίγουρα με περισσότερη αίσθηση. Θα ήθελα εδώ να σημειώσω κάτι τεχνικό, το οποίο για αυτό το είδος της μουσικής παίζει ρόλο επί της ουσίας και του ύφους. H ηχογράφηση θεωρώ ότι ηχοχρωματικά είναι περισσότερο από ό,τι πρέπει σκληρή (βοηθούντος φυσικά και του Kόρου), έτσι που συνεχώς αποπνέει ένα στυγνό ρεαλισμό, αντιπαλεύοντας το ζητούμενο της κατάνυξης ή τέλος πάντων αυτό που μπορεί να εννοείται ως βυζαντινό ύφος από άποψη μορφής.