Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν πρόσφατα ισχυρίστηκε ότι «ποτέ από το 1945 η ελευθερία μας δεν είχε απειληθεί τόσο». Πρόσθεσε δε, ότι «είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε για να υπερασπιστούμε την ελευθερία και το δίκαιο, ακόμη και με τίμημα το αίμα, αν χρειαστεί».
Τις δηλώσεις αυτές ο γάλλος ηγέτης τις έκανε στο πλαίσιο της ετήσιας ομιλίας του σε εκδήλωση των Γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Πόσο ανταποκρίνεται όμως αυτή η ρητορική στις διαθέσεις των πολιτών;
Επίσης, οι λαοί των υπόλοιπων κρατών μελών NATO είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν;
Στο ερώτημα «αν χρειαστεί, θα ήσασταν διατεθειμένοι να πολεμήσετε για τη χώρα σας;» τέθηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο μίας ενιαίας δημοσκόπησης που κάλυψε όλα τα κράτη-μέλη του NATO τον Οκτώβριο του 2025 και πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Στραδίνης της Ρίγας (RSU), σε συνεργασία με το Κέντρο Γεωπολιτικών Μελετών της Ρίγας.
Συμμετείχαν περισσότεροι από 31.000 ερωτώμενοι και το δείγμα ήταν αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού σε κάθε χώρα.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι πέντε χώρες του ΝΑΤΟ με το υψηλότερο ποσοστό πολιτών που δηλώνουν πρόθυμοι να πολεμήσουν για τη χώρα τους είναι η Τουρκία (88%), η Αλβανία (69%), η Σουηδία (66%), η Φινλανδία (64%) και το Μαυροβούνιο (63%). Τη δεκάδα συμπληρώνουν η Ελλάδα (63%), η Νορβηγία (61%), η Λιθουανία (52%), καθώς και η Πολωνία και η Σλοβενία (από 49%). Τα δεδομένα για την Ελλάδα συμφωνούν σε γενικές γραμμές με έρευνα της Prorata του 2025.
Στις βαλτικές χώρες μάλιστα τα ποσοστά δεν μαρτυράνε παντού την ίδια ανησυχία για τη Ρωσία. Ενώ η Λιθουανία, με ποσοστό 52%, συγκαταλέγεται στις δέκα πρώτες χώρες του ΝΑΤΟ, η Εσθονία και η Λετονία καταγράφουν χαμηλότερα ποσοστά, 45% και 37% αντίστοιχα. Και στις δύο περιπτώσεις, η στάση των ρωσόφωνων κατοίκων έχει παραδοσιακά μειώσει τον εθνικό μέσο όρο προθυμίας για μάχη.
Στον Καναδά, το 39% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι θα ήταν πρόθυμο να πολεμήσει για τη χώρα του, ενώ στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 37%.
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά προθυμίας για μάχη καταγράφονται στην Ιταλία και τη Σλοβακία (25%), στη Γερμανία (27%), στην Ολλανδία (30%), καθώς και στην Ουγγαρία και την Τσεχία (33%).
«Οι δημοσκοπήσεις αυτού του είδους δεν μπορούν να εγγυηθούν ότι οι πολίτες θα ενεργήσουν σε μια πραγματική κρίση, όπως δηλώνουν σε μια έρευνα κοινής γνώμης. Στην πράξη, παράγοντες όπως η ταχύτητα και η ένταση μιας σύρραξης, η αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής άμυνας, η υποστήριξη από συμμαχικές χώρες, αλλά και οι προσωπικές ή οικογενειακές συνθήκες μπορούν να επηρεάσουν την τελική απόφαση ενός ανθρώπου να πολεμήσει ή όχι για τη χώρα του» σημειώνει ο Μάρις Αντζανς, διευθυντής του Κέντρου Γεωπολιτικών Μελετών της Ρίγας.
Αν και το ποσοστό για τη Γαλλία στη συγκεκριμένη έρευνα δεν είναι γνωστό, ωστόσο η χώρα αυτή δεν συγκαταλέγεται μέσα στην πρώτη 10αδα.
Σύμφωνα με μελέτη του IRSEM (Institut de Recherche Stratégique de l’École Militaire), το ερευνητικό ινστιτούτο του γαλλικού υπουργείου Ενόπλων Δυνάμεων, το 57% των νέων 18-25 ετών δηλώνει ότι θα ήταν διατεθειμένο να καταταγεί στις ένοπλες δυνάμεις σε περίπτωση πολέμου για την υπεράσπιση της Γαλλίας».
Η εικόνα αλλάζει όταν τίθεται ένα πιο συγκεκριμένο ερώτημα: αν οι ίδιοι θα κατατάσσονταν στον στρατό σε περίπτωση άμεσης επίθεσης κατά της Γαλλίας: Τα ποσοστά είναι πολύ διαφορετικά στην δημοσκόπηση της Elabe για το BFMTV, που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2026 σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.000 ενηλίκων. Σύμφωνα με αυτή, μόλις το 17% δηλώνει ότι θα ήταν πρόθυμο να καταταγεί στον στρατό σε περίπτωση άμεσης στρατιωτικής επίθεσης κατά της Γαλλίας, ενώ το 81% απαντά αρνητικά. Η προθυμία είναι αισθητά υψηλότερη στους νέους 18–24 ετών (29%) και στους άνδρες (26%), αλλά παραμένει μειοψηφική. Την ίδια στιγμή, η ίδια έρευνα καταγράφει ότι το 61% των Γάλλων θα ήταν διατεθειμένο να συμβάλει στην άμυνα της χώρας εναλλακτικά, π.χ. παροχή βοήθειας στους πληγέντες.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις έρευνες, οι μεγαλύτερες πληθυσμιακά δυτικοευρωπαϊκές χώρες του NATO καταγράφουν χαμηλή προθυμία για προσωπική ένοπλη συμμετοχή σε πόλεμο.
Μετά τη sold out συναυλία στο Λυκαβηττό, τα αγαπημένα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου ταξιδεύουν στη Θεσσαλονίκη. Την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών