Ο αντ’ αυτού ή αλλιώς εθνικός κοριός Λαλάει και το παίζει αδικημένος και στοχοποιημένος. Ο χαχανούλης δεν θα τον ρωτήσει αλλά το in, όσες Slapp αγωγές και αν του ρίξει, το Κράτος Δικαίου θα στηρίξει
Πλούσιοι και διάσημοι – Aρχετυπικός influencer και κοσμικογράφος, ο Ντέρεκ Μπλάσμπεργκ αρχειοθέτησε τη δόξα πριν γίνει content
Εν μέρει ντοκουμέντο και εν μέρει ένα προσωπικό λεύκωμα η έκδοση Fast + Louche του Ντέρεκ Μπλάσμπεργκ αποτυπώνει το χάος, τη λάμψη και την ιδιοφυΐα της κοσμικής ζωής πριν τα selfies
Ο Ντέρεκ Μπλάσμπεργκ, ευπώλητος συγγραφέας, κοσμικογράφος, και ειδικός ανταποκριτής αναρίθμητων τίτλων της δόξας και της φήμης δεν νοσταλγεί το παρελθόν του.
Νοσταλγεί όμως την ιδιωτικότητα και την αφαιρετική πρόσβαση στο μύθο, τους καιρούς που μέσα από τη στήλη του Fast + Louche στο περιοδικό που ίδρυσε ο νονός της ποπ αρτ Άντι Γουόρχολ, το Interview, απαθανάτισε το χρονικό μιας χαμένης εποχής.
Τώρα ο Μπλάσμπεργκ συγκεντρώνει το προσωπικό του αρχείο σε μια έκδοση, ως ένα εξαιρετικά λαμπερό χρονικό καιρών που τα social media του ασίγαστου content δεν είχαν κακοποιήσει.
Μέσα από χιλιάδες φωτογραφίες και κείμενα, ο κοσμικογράφος που απαθανάτισε εκλεκτικά την ελίτ, τους σταρ και τις φυλές της haute μόδας μας δίνει πρόσβαση στα άδυτα ενός κόσμου που ζούσε τη στιγμή πριν αυτή γίνει ψηφιακό προϊόν.
Ακολουθεί ένα απόσπασμα από την έκδοση όπως αναρτήθηκε στο Vanity Fair:
Δεν θα έλεγα ποτέ φωναχτά ότι υπήρξα το πρωτότυπο του ψηφιακού influencer. Ήμουν όμως;
Από το 2009 έως το 2012, είχα μια στήλη στο περιοδικό Interview που ονομαζόταν Fast + Louche. (Είμαι ακόμα περήφανος για αυτό το όνομα). Λειτουργούσε πάνω σε μια αρχή που έκτοτε έχει γίνει πανταχού παρούσα: κατέγραφα τα πάντα.
Φίλους, οικογένεια, εβδομάδες μόδας, εκθέσεις τέχνης, μεγάλες νύχτες που μετατρέπονταν σε ακόμα μεγαλύτερα πρωινά. Μπορούσα να φωτογραφίσω και να γράψω για ό,τι ήθελα —από υπέροχες περιπέτειες σε όλο τον κόσμο μέχρι ταξίδια της επιστροφής στο σπίτι των γονιών μου, στη λίμνη των Όζαρκ.
Μια δημιουργία υψηλής ραπτικής στο Παρίσι δίπλα σε ένα τσίζμπεργκερ στο Μαϊάμι. Τις παιδικές μου φίλες στο reunion του λυκείου μας δίπλα στον Καρλ Λάγκερφελντ και τη Λίντσεϊ Λόχαν στο Bungalow 8. Η ζωή ήταν διασκεδαστική, και το να την καταγράφεις ήταν εξίσου διασκεδαστικό.
Τράβηξα χιλιάδες φωτογραφίες με τον παλιομοδίτικο τρόπο: με μια πραγματική φωτογραφική μηχανή. Όχι με κινητό. Με κάμερα. Από εκείνες που έπρεπε να κουβαλάς, να προστατεύεις, να θυμάσαι να φορτίσεις και, το πιο σημαντικό, να αποφασίσεις να βγάλεις από την τσάντα όταν κάτι άξιζε να αποτυπωθεί· συχνά έπρεπε να περιμένεις να ετοιμαστεί το φλας, να τραβήξεις την πραγματική φωτογραφία και μετά να πας σπίτι, να αφαιρέσεις την κάρτα μνήμης, να τη συνδέσεις σε έναν αναγνώστη και να τα μεταφορτώσεις όλα σε έναν υπολογιστή. Κουράζομαι και μόνο που το σκέφτομαι.
Στους ανθρώπους άρεσε να βρίσκονται στις φωτογραφίες μου, κυρίως επειδή νοιαζόμουν πάρα πολύ για το πώς έδειχναν σε αυτές. Ποτέ δεν με ενδιέφεραν οι άσχημες λήψεις όμορφων ανθρώπων, τις οποίες βλέπουμε υπερβολικά συχνά πλέον.
Ήμουν ο ιδιωτικός αρχειοφύλακας: στο τέλος μιας νυχτερινής εξόδου ή μετά από ένα ταξίδι σε όλο τον κόσμο, είχα στα χέρια μου όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Τι δύναμη! Μοίραζα τις εικόνες στους φίλους μου σαν ντίλερ ναρκωτικών, πειράζοντάς τους, παζαρεύοντας πράγματα που ήθελα. Αναμνήσεις με διαπραγματευτική ισχύ.
Το 2010 ιδρύθηκε το Instagram. Την ίδια χρονιά, η Apple παρουσίασε το iPhone 4, με την πρώτη του μπροστινή κάμερα —μια καινοτομία που γύρισε αθόρυβα τον φακό ανάποδα. Ο ρόλος μου ως χρονικογράφου, θεματοφύλακα και διανομέα αναμνήσεων γινόταν ξεπερασμένος. Δύο χρόνια αργότερα, όλοι είχαν μια κάμερα στην τσέπη τους. (Εκτός από τον πατέρα μου, που έχει ακόμα κινητό με πορτάκι.) Όλοι απέκτησαν μια πλατφόρμα και ένα κοινό.
Η ιδέα του να δημοσιεύεις φωτογραφίες σε ένα περιοδικό, περιμένοντας να τυπωθούν και να κυκλοφορήσουν, άρχισε να φαντάζει υπερβολικά τελετουργική. Γιατί να περιμένεις το περίπτερο όταν μπορούσες να κάνεις μεταφόρτωση αμέσως και να φτάσεις σε περισσότερους ανθρώπους από όσους θα μπορούσαν ποτέ να προσεγγίσουν τα περισσότερα περιοδικά;
Το Fast + Louche δεν τελείωσε δραματικά, αλλά με μια πρόταση για αλλαγή εργασίας —ένα άλλο περιοδικό με προσέλαβε και μου ζήτησε αποκλειστικότητα, κι εγώ τους την έδωσα. Για να είμαι όμως ειλικρινής, είχε δρομολογηθεί μια άλλη αλλαγή.
Εγώ μεγάλωνα, τα μέσα ενημέρωσης γίνονταν ταχύτερα και το χάσμα ανάμεσα στο να ζεις μια στιγμή και στο να τη δημοσιεύεις κατέρρευσε. Ήταν η ώρα να γίνω Slow + Tight.
Καθώς η φύση της προσωπικής φωτογραφίας άλλαξε, εικόνες που κάποτε ήταν πολύτιμες και συγκεκριμένες έγιναν αρχεία JPEG σε ένα ατελείωτο scroll. Σήμερα, τα ημερολόγιά μας υπάρχουν ως μια συνεχής ροή —κλικάρονται, ποστάρονται, ξεχνιούνται— βυθισμένα σε ένα διαρκώς επεκτεινόμενο ψηφιακό αρχείο που σχεδόν κανείς δεν επισκέπτεται ξανά.
Καθώς ξανακοιτάζω αυτές τις εικόνες, μιάμισι δεκαετία μετά τη λήψη τους, συνειδητοποιώ ότι το Fast + Louche ήταν ο προάγγελος της οπτικής κουλτούρας που σήμερα θεωρούμε δεδομένη. Και ανήκει σε ένα ιδιαίτερο, στενό παράθυρο χρόνου —τότε που η πρόσβαση έμοιαζε ακόμα σπάνια, όταν η καταγραφή απαιτούσε πρόθεση και όταν τα πάντα δεν ήταν αμέσως ορατά, κοινοποιήσιμα και αναλώσιμα.
Αυτό το βιβλίο καταγράφει τον κόσμο μας ακριβώς πριν τα πάντα γίνουν περιεχόμενο, και γιορτάζει εκείνη τη στιγμή.
Ο εκλεκτός κύριος Ντέρεκ
Ο Ντέρεκ Σ. Μπλάσμπεργκ είναι συγγραφέας, επιμελητής εκθέσεων και δημοσιογράφος μόδας με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Ξεκίνησε την καριέρα του ως βοηθός στο περιοδικό Vogue, ενώ στην πορεία του αναδείχθηκε ο νεότερος Editor-at-Large στην ιστορία του Harper’s Bazaar και ο πρώτος επικεφαλής του τμήματος Μόδας και Ομορφιάς στο YouTube.
Είναι μόνιμος συνεργάτης σε κορυφαία έντυπα όπως τα Vanity Fair, Vogue, Architectural Digest, W Magazine και The Wall Street Journal, ενώ υπογράφει και τη στήλη The Dispatch για το Harper’s Bazaar. Παράλληλα, από το 2014 κατέχει τη θέση του Senior Director στη διάσημη γκαλερί Gagosian.
Ο Μπλάσμπεργκ γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σεντ Λούις του Μιζούρι, είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (NYU) με πτυχία στη Δραματική Λογοτεχνία και τη Δημοσιογραφία, και κατοικεί στο Μανχάταν με την οικογένειά του.
Στο νέο του βιβλίο, Fast + Louche, ο Μπλάσμπεργκ επιστρέφει και επεκτείνει την ομώνυμη, θρυλική στήλη που διατηρούσε από το 2009 έως το 2012 στο περιοδικό Interview του Άντι Γουόρχολ.
Αυτό το καλοκαίρι, ο θρυλικός Αρσέν Λουπέν γυρίζει την Αττική και όλη την Ελλάδα με μια θεατρική παράσταση για όλη την οικογένεια, όπου το τέλος το αποφασίζεις εσύ!